SISIFOS
Η ΤΕΧΝΗ ΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ
ΕΠΙΤΟΠΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ
ΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΗ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΩΡΟ
ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΩΝ ΠΕΔΙΩΝ

Matteo Nucci
Προτού ο Ιπποκράτης θέσει τα θεμέλια της ιατρικής επιστήμης, οι κύριες θεραπευτικές μέθοδοι στην αρχαϊκή Ελλάδα είχαν μια θεϊκή διάσταση. Καθοριστικής σημασίας ήταν η ιδέα μιας επαφής με το υπερπέραν, ικανή να προσφέρει απαντήσεις και θεραπεία. Πρόκειται για μια φαινομενικά μακρινή διάσταση, που σήμερα μοιάζει να εξουσιάζεται από το σκοτάδι του παραλόγου, παντοτινά χαμένη.
Στην πραγματικότητα, πολλά στοιχεία κοινά στις προεπιστημονικές θεραπείες επιβιώνουν ακόμη και αποδεικνύονται καθοριστικά όταν θέλουμε να εξετάσουμε έναν άλλο τρόπο, πέρα από τον επιστημονικό, για να θεραπεύσουμε τα δεινά που μας βασανίζουν και κατά κύριο λόγο όσα σήμερα βαραίνουν την ψυχή μας.
Έχουμε πολλά –ακόμη και πάντοτε– να μοιραστούμε με τους αρχαίους. Όχι λόγω μιας υποτιθέμενης ανωτερότητάς τους, αλλά εξαιτίας της αιωνιότητας του βλέμματος όποιου αποφάσισε να πολεμήσει το χειρότερο εμπόδιο για την πραγμάτωσή μας ως ανθρώπινα όντα. Δηλαδή την ύβρη, την αλαζονεία της ατομικότητας, τη ματαιοδοξία του ατομικισμού, το να μην αισθανόμαστε μέρος της ζωικής υπόστασης, της φύσης όπου είμαστε βυθισμένοι, του κύκλου γέννησης και θανάτου όπου καθένας, ως έμβιο ον, είναι ριγμένος. Αυτό ακριβώς θα νιώσει όποιος βιώσει την εμπειρία που προσφέρει ο Σίσυφος, η εικαστική εγκατάσταση μεγάλης κλίμακας δημόσιου χαρακτήρα, την οποία επιμελήθηκαν ο Άγγελος Χριστοφιλόπουλος και η Μαρία Καραθάνου.
Ας ξεκινήσουμε όμως από την αρχή, από εποχές φαινομενικά χαμένες. Και ας αναρωτηθούμε πώς συνέβαινε η θεραπεία. Σύμφωνα με τους μελετητές, οι περιγραφές μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
Ο ασθενής γινόταν δεκτός στα ιερά του Ασκληπιού, γιου του Απόλλωνα, και προετοιμαζόταν αρχικά μέσω μιας κατάλληλης δίαιτας. Κατόπιν συνοδευόταν σε σκοτεινά μέρη, τρύπες σκαμμένες στο έδαφος, στενόχωρες και κρύες κόγχες, όπου ξάπλωνε και περίμενε. Την ησυχία διατάραζε τότε η φωνή του γιατρού: μια φωνή ηχηρή, όπου φράσεις, στίχοι, σκοποί με μαγικό χαρακτήρα υπερίσχυαν του νοήματος των λέξεων. Σκοπός του γιατρού ήταν να ωθήσει τον ασθενή να χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, συνεπώς να μπει σε μιαν άλλη διάσταση, συχνά προτρέποντάς τον στον ύπνο ή τελοσπάντων σε μια κατάσταση διακοπής της συνείδησης, έκστασης, ήτοι εξόδου από τον εαυτό, απώλειας της αίσθησης της ατομικότητας. Απειλητικοί θόρυβοι, ξαφνικές λάμψεις, σκοτεινιά και κρύο δημιουργούσαν την ατμόσφαιρα μιας καθόδου στον Άδη, ικανής να σπρώξει τον ασθενή σε τρομακτικά, φρικτά, αβυσσαλέα οράματα, καθώς και σε ασυνήθη, συνταρακτικά ή διαφωτιστικά όνειρα. Όταν ο ασθενής έβγαινε από τούτη την κατάσταση, αφηγούνταν την εμπειρία, τα οράματα και τα όνειρά του στον γιατρό, ο οποίος κατά συνέπεια καθόριζε τη θεραπεία.
Θα μπορούσαμε χλευαστικά να θεωρήσουμε ως χαμένα αρχαϊκά τελετουργικά όσα περιγράφουν οι μελετητές, μα θα διαπράτταμε ένα λάθος. Δεν μιλώ για κάποια αντιπαράθεση ανάμεσα στην επιστημονική ιατρική και τις εναλλακτικές σήμερα, στην προσπάθεια να συλλάβουμε το μυστικό των αρχαίων. Διότι σκοπός μας δεν είναι να ανακτήσουμε εμπειρίες που έχουν πλέον ξεπεραστεί. Αντιθέτως, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να κατανοήσουμε την ισχύ τους, ή μάλλον την αιωνιότητά τους.
Τη στιγμή που ο ασθενής, προετοιμασμένος σωματικά και πνευματικά, βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτή τη δυσμενή, αβυσσαλέα κατάσταση, ενώ οι αισθήσεις του είναι διεγερμένες στο μέγιστο και νιώθει χαμένος, συμβαίνει αυτό που ενδιέφερε περισσότερο τους θεραπευτές.
Χρησιμοποιώντας το λεξιλόγιο του Σοπενάουερ, ο Νίτσε την αποκαλούσε απώλεια του principium individuationis. Πολύ απλούστερα, θα λέγαμε ότι πρόκειται για απώλεια της αίσθησης της ατομικότητας, εκείνη τη στάση που υπερισχύει όταν η εμπειρία του θανάτου παίρνει το προβάδισμα. Να πεθάνεις προτού πεθάνεις – αυτή ήταν η ουσία για τους αρχαίους. Και αυτή παραμένει η ουσία ως σήμερα. Δηλαδή ένα όραμα, ένας πόνος, ένα σύνολο αντιλήψεων, εν συντομία: η παράδοση σε μια διάσταση όπου το άτομο δεν έχει πια συνείδηση, όπου υπερισχύει το παν του οποίου αποτελεί μέρος, το παν ή το τίποτα όπου θα καταλήξει με τον θάνατο, το παν ή το τίποτα όπου θα επιστρέψει με το τέλος του σώματός του.
Να πεθάνουμε πριν από τον θάνατο σημαίνει, πράγματι, να βιώσουμε τη μηδαμινότητά μας ως άτομα και να αντιληφθούμε βαθιά το ζωικό πεδίο του οποίου αποτελούμε μέρος, τον μεγάλο, άπειρο κύκλο της φύσης που όλα τα έμβια όντα διασχίζουν από γενιά σε γενιά. Προσοχή: όλα τα έμβια όντα σημαίνει ακριβώς όλα. Όχι μόνο τα προικισμένα με λόγο ζώα, ήτοι οι άνθρωποι, αλλά και όσα δεν χρησιμοποιούν τον λόγο και τη σκέψη. Ωστόσο, η εμπειρία ενός θανάτου που προηγείται του θανάτου δίνεται μόνο σε όποιον είναι προικισμένος με λόγο, σε όποιον μπορεί να χρησιμοποιήσει τον λόγο και να τον στερηθεί επίσης.
Φαίνονται παράξενοι συλλογισμοί. Μα είναι εδώ ακριβώς που παίζεται το μεγάλο παιχνίδι του ανθρώπινου όντος, το παιχνίδι που σήμερα είναι πιο επίκαιρο, εκείνο που μπορούμε να βιώσουμε μέσα από την εικαστική εγκατάσταση Σίσυφος.
Πρόκειται όντως για μια εμπειρία που δεν έχει καθόλου χαθεί, ο χρόνος δεν την έχει εξαλείψει. Μόνο εμείς, οι άνθρωποι, μπορούμε να τη φέρουμε στο φως. Το ζήτημα είναι απλούστερο απ’ όσο νομίζουμε.
Προτού πεθάνουμε, η εμπειρία του θανάτου παραχωρείται σχεδόν σε όλους, δεδομένου ότι δεν θα έχουμε την ατυχία να πεθάνουμε πολύ σύντομα. Το γεγονός είναι ότι από παιδιά ξέρουμε πως προοριζόμαστε να πεθάνουμε. Το ξέρουμε γιατί μας το διηγούνται, μας το εξηγούν. Αν και είναι αδύνατον να εξηγηθεί η λογική μιας προοπτικής που ανοίγεται μόνο και μόνο για να κλείσει, ο ενήλικας μιλάει στο παιδί και με σχεδόν αρμόζοντα λόγια προσπαθεί να πει την αλήθεια, έστω και αν έπειτα αναγκάζεται να παραμερίσει την ουσιώδη αλήθεια. Η κίνηση του λόγου εδώ είναι ιδιοφυής. Η λέξη δηλώνει μα απομακρύνει. Δηλώνει με σαφήνεια το καθοριστικό γεγονός της ζωής, δηλαδή τον θάνατο, αλλά μετά το απομακρύνει ώστε να βοηθήσει το παιδί να μην υποκύψει μπροστά στην αβυσσαλέα αποκάλυψη.
Εξάλλου, είναι η ίδια η κίνηση του λόγου που επαναλαμβάνεται μέσα μας. Όλοι ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε, είναι όμως η ίδια η λογική μας που απομακρύνει ή βάζει κατά μέρος μια τέτοια σκέψη. Διαφορετικά, θα ήταν αδύνατη η καθημερινή ζωή, τα σχέδια. Θα ήταν αδύνατη οποιαδήποτε αναμονή. Δεν μπορούμε να ζούμε τις μέρες μας επαναλαμβάνοντας ότι θα πεθάνουμε. Το ξέρουμε λογικά, μα είναι η ίδια η λογική που μας βοηθάει να μην το λαμβάνουμε υπόψη.
Έξω από τον λόγο ως λέξη και λογική, η εμπειρία του θανάτου είναι κάτι το διαφορετικό. Δεν είναι κατανόηση, γνώση. Δεν υπάρχει κανένας λόγος που να μας ωθεί ή να μας απομακρύνει. Απλώς επειδή είναι μια εμπειρία. Είναι ό,τι συμβαίνει σε όλους όταν αναγκάζονται να αναμετρηθούν με ένα πένθος, να νιώσουν την απουσία, το κενό, να πεθάνουν, να ζήσουν τον θάνατο.
Πολλοί είναι οι τρόποι για να βιώσουμε τον θάνατο. Μερικοί συνταράζουν, άλλοι εκμηδενίζουν. Άλλοι είναι τόσο γρήγοροι που φαίνεται σαν να μην τους έχουμε βιώσει. Αλλά είτε ο θάνατος προετοιμάζεται από μια μακροχρόνια αρρώστια ή από ένα απρόσμενο γεγονός, πάντα βιώνουμε την υπέρτατη εξουσία του. Αφήνοντας κατά μέρος τη δύναμη της εμπειρίας, πάντα ο λόγος μας θα προσπαθεί να την εκλογικεύσει αποκλείοντάς την από όσα μπορούν να ειπωθούν, χρησιμοποιώντας συχνά μια πολύ απλή λέξη: «απάνθρωπο».
Αντιθέτως, τίποτε πιο ανθρώπινο δεν υπάρχει από τον θάνατο. Η εμπειρία του θανάτου –με τη βαθιά αναστάτωση που φέρει μέσα της– σε όποιον τη βιώνει λέει ακριβώς το αντίθετο. Δεν υπάρχει τίποτε πιο καθοριστικό σαν τον θάνατο. Ζωή και θάνατος συνδέονται στενά. Ο θάνατος είναι το νόημα της ζωής και η ζωή το νόημα του θανάτου.
Αυτό είναι το ζωικό βασίλειο. Η διάσταση όντων που έχουν περιπέσει σε μια πεπερασμένη κατάσταση. Όπου οι μέρες περνούν για να δυναμώσουν άτομα που, καθώς δυναμώνουν, σταδιακά αποδυναμώνονται, ώστε μετά χάνονται. Όντα καταδικασμένα να ζουν για να πεθάνουν. Σύμφωνα με το διάσημο αίνιγμα της Σφίγγας που έλυσε ο Οιδίπους, όντα που το πρωί χρησιμοποιούν τέσσερα πόδια, το μεσημέρι δύο, το βράδυ τρία. Όσο περισσότερα πόδια χρησιμοποιούν, τόσο πιο αδύναμα είναι: ενώ η φωνή τους παραμένει πάντα η ίδια, μα ελάχιστα ωφελεί. Διότι εκείνο που ωφελεί είναι απλώς η εμπειρία του θανάτου προτού πεθάνουμε. Μια εμπειρία που μπορεί να μας μεταμορφώσει, οδηγώντας μας να ζήσουμε με μια νέα επίγνωση.
Γνωρίζουμε καλά πως το πένθος αλλάζει βαθιά όποιον το βιώνει. Αλλά εφόσον δεν υπάρχει μόνο το πένθος για να βιώσουμε τον θάνατο, οι αρχαίοι ιατροί προσπάθησαν να δημιουργήσουν συνθήκες ώστε να προσέγγιζαν τέτοια εμπειρία έστω και με τεχνητό τρόπο ̇ ώστε οι ασθενείς να αναμετριούνταν με τη θνητότητά τους και να ξαναγεννιούνταν σε νέα ζωή.
Ένα είδος μύησης λοιπόν (ανάλογη με την εμπειρία στα Ελευσίνια μυστήρια), μια πορεία που οδηγεί τον ασθενή να δει την άβυσσο και να ξαναγεννηθεί σε νέα ζωή για όσο χρόνο τού απομένει. Σε αυτή την πορεία χάνει τις χωροχρονικές συντεταγμένες, την αίσθηση της ατομικότητας, αντιλαμβάνεται τη θνητή ζωική του υπόσταση, αισθάνεται πως είναι απλώς ένα πεπερασμένο ον, ένα από τα δισεκατομμύρια που διασχίζουν τον χρόνο και τον χώρο.
Ιδού η θεραπεία την οποία σήμερα έχουν ανάγκη περισσότερο από ποτέ οι άνθρωποι, σε μια Δύση άρρωστη από αφθονία και ματαιοδοξία. Η θεραπεία που θα ξαναδώσει στον θάνατο τη σημασία που του αποσπάστηκε επισκιάζοντάς τον, κρύβοντάς τον, καθιστώντας τον ένα ταμπού. Η θεραπεία που μας κάνει να νιώθουμε μέρος της μεγάλης φύσης, της οποίας μπορούμε μόνο να ακούσουμε την αναπνοή. Η θεραπεία που επιτρέπει να αποφύγουμε τη νόσο του ατομικισμού.
Είναι μια πορεία απώλειας κι επανάκτησης που σήμερα, προφανώς, δεν μπορούν να προτείνουν οι γιατροί. Μπορούν όμως και πρέπει να την προτείνουν οι καλλιτέχνες, οι διανοούμενοι που στοχάζονται μέσω του λόγου και ξέρουν πώς να απαλλαχθούν απ’ αυτόν, οι συγγραφείς, οι φωτογράφοι ̇ δημιουργοί ικανοί να δείξουν στους ανθρώπους τη θέση τους στον κύκλο της γέννησης και του θανάτου.
Αυτοί εν τέλει μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα λόγια του Ηράκλειτου και του Παρμενίδη, δύο μεγάλων θεραπευτών της αρχαιότητας, που μια παράδοση θέλησε διαφορετικούς, αντίθετους, σχεδόν εχθρικούς μεταξύ τους. Ήταν ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης που έδειξαν τον δρόμο για να δούμε ό,τι είναι κοινό για όλους, που πολέμησαν τη νόσο του ατομικισμού και της ματαιοδοξίας με άγριες, ιδιοφυείς προσβολές.
Έτσι εκφράστηκε ο Παρμενίδης:
«[…] ἣν δὴ βροτοὶ εἰδότες οὐδὲν
πλάττονται, δίκρανοι ̇ ἀμηχανίη γὰρ ἐν αὐτῶν
στήθεσιν ἰθύνει πλακτὸν νόον ̇ οἱ δὲ φοροῦνται
κωφοὶ ὁμῶς τυφλοί τε, τεθηπότες, ἄκριτα φῦλα».(1)
Έτσι εκφράστηκε ο Ηράκλειτος:
«ἀξύνετοι ἀκούσαντες κωφοῖσιν ἐοίκασι ̇ φάτις αὐτοῖσιν μαρτυρεῖ παρεόντας ἀπεῖναι».(2)
(1) Απόσπασμα 6. Βλ. Diels – Kranz, Οι Προσωκρατικοί, τ. Α´, εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2011, σ. 462: «[…] όπου ανίδεοι θνητοί περιπλανώνται, / διχασμένοι˙ αμηχανία μες στα στήθη τους / κυβερνάει την ασταθή σκέψη τους˙ κι αυτοί παραδέρνουν / κουφοί και τυφλοί συνάμα, σαστισμένοι, πλήθος δίχως κρίση».
(2) Απόσπασμα 34. Ό.π., σ. 346: «Ασύνετοι είναι αυτοί που, κι αν ακόμα ακούσουν [το σωστό], μοιάζουν με κωφούς˙όπως λέει κι ο λόγος γι’ αυτούς “παρόντες απόντες”»