SISIFOS
Η ΤΕΧΝΗ ΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ
ΕΠΙΤΟΠΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ
ΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΗ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΩΡΟ
ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΩΝ ΠΕΔΙΩΝ

Στο πλαίσιο της δράσης αναπτύχθηκε μία παράλληλη πορεία και σύνδεση του έργου με τη φυσική του παρουσία στους χώρους που αυτό συνέβη.
Η Ευγενία Τζιρτζιλάκη αφουγκράστηκε τους ανθρώπους και τους τόπους. Ανέπτυξε μία βαθιά ερευνητική διαλεκτική ως προς το παρελθόν και το παρόν. Η αλληλεπίδραση της με το συμβάν της έκθεσης, οδήγησε στο συμβάν της αλληλεπίδρασής με την φυσιογνωμία του χώρου και των κατοίκων ως ένα επιπλέον συνδετικό εργαλείο.
Ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, αναπτύχθηκε και υλοποιήθηκε η «Συναισθηματική Ξενάγηση» στους χώρους της Στοάς Ανατολής. Πρόκειται για μία δραματουργική σύνθεση λόγου, αφήγησης, και επιτόπιας δράσης που υλοποιήθηκε για περιορισμένο αριθμό θεατών τον Μάρτιο του 2022. Οι επισκέπτες ακολούθησαν μία προδιαγεγραμμένη περιπατητική διαδρομή με εμπνευστή και οδηγό – συνομιλητή την ίδια. Η διαδρομή αυτή συνέθεσε στοιχεία της ιστορίας της στοάς, προσωπικές ιστορίες ντοκουμέντα των κατοίκων, προφορικές μαρτυρίες καθώς και μερική ελεύθερη εμπλοκή των κατοίκων κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης δράσης.
Τα κείμενα που ακολουθούν αποτελούν μέρος της παράλληλης αυτής διαδρομής. Τα «Πόδια και Μάτια», αφορούν το σύμπλεγμα κτηρίων της οδού Αισχύλου. Τα «Χέρια και Αυτιά» αφορούν τη Στοά Ανατολή. Με άξονα τα όσα περιγράφονται, υλοποιήθηκε η site specific παράλληλη δράση με τίτλο «Συναισθηματική Ξενάγηση».
Ευγενία Τζιρτζιλάκη
[ Πόδια και μάτια ]
Τα πάντα ρει, οι πόλεις διαρκώς μετασχηματίζονται, αλλά αυτή τη στιγμή η Αθήνα αλλάζει με τρόπο σαρωτικό. Τα μικρής κλίμακας πειράματα εξευγενισμού που παρατηρούσαμε την προηγούμενη δεκαετία σε υποβαθμισμένες γειτονιές από όπου εκδιώκονταν οι οικογένειες των φτωχών για να φωλιάσει η αισθητική των αστών, είναι πια κανονικοποιημένα. Κι αν δεν υπάρχει αρκετή εγχώρια πελατεία για τα λοφτ και τα φίνα εστιατόρια του gentrification, δεν πειράζει. Τουρίστες και ψηφιακοί νομάδες αποτελούν πρόθυμο κοινό και αγοραστική δύναμη.
Πλήθος επενδυτών έχει ξεκινήσει διαδικασίες ανακαίνισής και αναμόρφωσης όχι μόνο σε μονοκατοικίες και διαμερίσματα αλλά και σε τοπόσημα του δημόσιου χώρου, όπως εμβληματικά κτήρια, στοές και αίθρια του κέντρου. Παράλληλα, ο Μεγάλος Περίπατος παραμένει ένα αινιγματικό όραμα που θα αλλάξει το πρόσωπο της πόλης αλλά κανείς δεν ξέρει πώς, ενώ άλλοι δημόσιοι χώροι όπως μικρά και μεγάλα πάρκα, άλση και λόφοι σε διάφορα σημεία της Αθήνας περιφράχτηκαν και κλειδωθήκαν εν μέσω πανδημίας μειώνοντας στους πολίτες την πρόσβαση σ αυτά.
Αυτό που χρειάζεσαι λιγοστεύει δραματικά ακριβώς τη στιγμή που το χρειάζεσαι περισσότερο. Αυξάνεται έτσι η αξία του; Ο έλεγχος που ασκείται στο απαραίτητο το κάνει ανεκτίμητο. Πόσο πολύτιμο είναι αυτό που η αξία του δεν μπορεί πια να μετρηθεί;
Για κάποιους από αυτούς τους χώρους εμφανίζονται σποραδικά εκκλήσεις για μια οργανωμένη απάντηση στην πρόθεση να παραδοθούν σε ιδιωτικές διαχειρίσεις, παρότι είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς το νήμα των γεγονότων, την ιστορία των αγώνων για τον κάθε ένα από αυτούς τους χώρους και την πορεία των διεκδικήσεων όπως έχει αυτή τη στιγμή. Δεν υπάρχουν καλέσματα για συμμετοχή σε δημόσια διαβούλευση που θα ενεργοποιούσαν τη φαντασία των πολιτών ή θα αφουγκράζονταν τις ανάγκες τους, αλλά ακόμα και μόνο η ενημέρωση για τις αλλαγές που επέρχονται ή που τώρα υπόκειται η πόλη συνήθως δεν βρίσκει χώρο σε εφημερίδες και τηλεόραση. Έτσι μένει κανείς είτε σε κάποιο ψηφιακό δωμάτιο μαζί με άλλους που αναρωτιούνται πάνω κάτω τα ίδια ενώ μοιράζονται τις πληροφορίες σαν μυστικά που κάπως πέρασαν απ’ τις γραμμές του εχθρού, ή μένει ένας κυρίως φυσικός παρατηρητής του χώρου που αλλάζει γύρω του.
Καθώς το έδαφος αλλάζει, κυριολεκτικά, κάτω από τα πόδια μας, κοιτάμε χωρίς πάντα να καταλαβαίνουμε. Σαν σε βουβό όνειρο, είμαστε μόνο πόδια, πόδια και μάτια, που κάθε τόσο φτάνουν σε οικεία σημεία αλλά δεν βρίσκουν τίποτε γνωστό. Είμαι εγώ σε λάθος μέρος ή αυτό που ψάχνω υπάρχει μόνο στο παρελθόν;
Ακόμα και εκτός λοκ-ντάουν πια, με την εστίαση ανοιχτή και το πιστοποιητικό εμβολιασμού στην τσέπη, τα χρόνια του κόβιντ περπάτησα στην πόλη περισσότερο από ποτέ. Είδα τη στοά βιβλίου ερειπωμένη – ακούω θα γεμίσει εστιατόρια. Στη γειτονιά μου ο λόφος Φινοπούλου πια κλειδώνεται τα βράδια, παρότι είναι χειμώνας και ο εμπρησμός απίθανος. Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι έρχεται να κλειδώσει το λουκέτο ένας μεσήλικας που οδηγεί αυτοκίνητο ιδιωτικής εταιρείας σεκιούριτι. Τι έχει συμβεί; Ποιον πρέπει να ρωτήσω;
Η στοά της οδού Αριστείδου έχει περάσει πολλές ζωές κι έχει ανθρώπους που μας ανοίγουν τις μικρές τους αποθήκες κλαίγοντας καθώς διηγούνται τι μεράκι και πείσμα είχαν φιλοξενήσει. Κλαίνε γιατί δεν έχουν σε κανέναν να περάσουν αυτή την ιστορία, κι αυτό κάνει και τους ίδιους να αισθάνονται διαφανείς, κλαίνε γιατί ακούγεται πώς επενδυτές καλοκοιτάνε τη στοά και πιθανόν να εκδιωχθούν κι οι ίδιοι στο άμεσο μέλλον, κλαίνε επειδή ένα μαγαζί που κλείνει δεν το διαδέχεται ένα άλλο, αλλά κάποιο ανώνυμο μεγαθήριο που τα καταβροχθίζει όλα μαζί και φτύνει φτηνό εργατικό δυναμικό, κόσμο που απλώς έχει χάσει τα πάντα μπαίνοντας στην κόβιντ- εποχή μετά από μια δεκαετία κρίσης.
Η μικρή στοά στην οδό Φειδίου έχει ήδη αγοραστεί ολόκληρη και περιμένει τη μεταμόρφωσή της σε κάποιου είδους ξενοδοχειακή δομή. Ο Σάμι, που μένει στον πάνω όροφο και έχει γεμίσει γλάστρες την πόρτα του, στέκεται και περιγράφει τις τζαζ πρόβες των παιδιών στο χώρο απέναντι, πριν χρόνια, τότε που ο ίδιος στήνονταν με μπύρες και τους άκουγε – έχουν πάει στην Αμερική τώρα όλα αυτά τα παιδιά, στην Ολλανδία, κάπου, και κάνουν καριέρα. Περιγράφει ακόμα τις επισκέψεις της κόρης του εκεί στη στοά, τη λατρεία του γι’ αυτήν και τι την τάιζε στο στόμα μέσα στο μικρό δωμάτιο με την πόρτα που δεν κλείνει, τους άλλους γείτονες ανά τα χρόνια, τον ηλεκτρολόγο, το χαρτοπωλείο. Όπου ακουμπάει το βλέμμα του θυμάται.
Κάθε όψη της στοάς είναι ένα τρισδιάστατο παλίμψηστο ετών φορτωμένο σχέσεις, αισθήσεις, αισθήματα.
Τα πάντα ρει, οι πόλεις διαρκώς μετασχηματίζονται, ναι, αλλά το σώμα, το ανθρώπινο σώμα που είναι μόνο κρέας και μνήμη, άλλο τίποτα, έχει ανάγκη τα ίχνη: να τα βρίσκει και να τα αφήνει.
Πού πάνε οι ιστορίες των πολυσυλλεκτικών εγχειρημάτων, των αναπάντεχων συνυπάρξεων, των χώρων-ψηφιδωτών, δεξαμενών ετερότητας και πολυμορφίας, όταν ένα μέρος εκκενώνεται, ανακαινίζεται και αλλάζει εντελώς χρήση; Τι απογίνονται όλες αυτές οι ιστορίες; Πώς θα ξεχωρίζει αργότερα ένα αθηναϊκό στενό από ένα στενό στο Χονκ Κονκ ή τη Σεβίλλη; Πώς γίνεται ένας τόπος μη-τόπος και πώς αντιστέκεται κανείς στην ισοπέδωση που φέρνει η γρήγορη μεταμόρφωση μιας πόλης μετά την φτωχοποίηση των κατοίκων, το άρον άρον ξεπούλημα σπιτιών και μαγαζιών, την ανάθεση όλο και περισσότερων τομέων της δημόσιας ζωής σε ιδιωτικές εταιρίες; Η πόλη, εκτός από ύλη και εμπόρευμα με αξία που ανεβοκατεβαίνει είναι και φορέας μνήμης. Ο άυλος, μεταφορικός, συμβολικός και ψυχικός χώρος που ανοίγεται για αυτή τη μνήμη, ο σεβασμός για αυτήν, η αναγνώριση του δικαιώματός της να υπάρχει είναι βαθιά θεραπευτικός.
Είναι θεραπευτικό να σε ρωτάνε και να υπάρχει χώρος να μιλήσεις.
Η συμβολή μου στο πρότζεκτ SISIFOS έχει δύο σκέλη. Ξεκινήσαμε αναρτώντας στην στοά Αριστείδου μια αφίσα που φτιάξαμε μαζί με τη Μαρία Καραθάνου και τον Άγγελο Χριστοφιλόπουλο. Με την πρόθεση να μην δημιουργήσουμε κάτι για τους ανθρώπους της στοάς (ενοικιαστές, ιδιοκτήτες, κατοίκους, χρήστες, περαστικούς, επισκέπτες), αλλά να φτιάξουμε κάτι μαζί με αυτούς, θέσαμε τα εξής ερωτήματα.
Θυμάστε την πρώτη φορά που μπήκατε στη στοά;
Ποιο σημείο της στοάς είναι το αγαπημένο σας;
Αν η στοά ήταν τραγούδι, ποιο θα ήταν;
Αν η στοά χανόταν, τι θα σας έλειπε απ’ αυτήν;
Μια ανθολόγηση των κειμένων που θα προκύψουν από την ανταπόκριση σ’ αυτές τις ερωτήσεις, θα παρασταθεί τις επόμενες εβδομάδες με τη μορφή μιας Συναισθηματικής Ξενάγησης στη στοά Αριστείδου. Η περιπατητική αυτή δράση θα λειτουργήσει ως φορέας προφορικής ιστορίας, μπουκάλι στη θάλασσα του χρόνου και μήνυμα προς το μέλλον για τρόπους του Μαζί που ίσως χρειαστεί να ξαναθυμηθούμε. Από τα οδοιπορικά τάματα και τις πεζοπορίες ευεξίας, μέχρι τις πορείες με πολιτικά αιτήματα, η κίνηση στο χώρο έχει θεραπευτική δράση. Οι άνθρωποι απ’ την αρχή του χρόνου περπατούν μαζί, λέγοντας ιστορίες. Και η στάση όμως έχει το δικό της ειδικό θεραπευτικό βάρος. Καμιά φορά χρειάζεται κανείς απλώς να σταματήσει για να μπορέσει να λειτουργήσει. Αν στην πρώτη δράση τα σώματα διασχίζουν τη στοά ακολουθώντας τις διαδρομές που προτείνει η αρχιτεκτονική της, το δεύτερο σκέλος της δράσης λαμβάνει χώρα σε στάση. Σαν το αρνητικό μιας φωτογραφίας, η δεύτερη δράση ξετυλίγει τις ίδιες ιστορίες, σε ήσυχη ακινησία. Τα κείμενα παραστώνται από έναν ηθοποιό σε μια αίθουσα, με φόντο ένα μακρύ μονοπλάνο περιήγησης στη στοά. Αυτή τη φορά είμαστε εμείς στατικοί και είναι ο χώρος που “κινείται” γύρω μας, στην ελεγχόμενη χοάνη μιας σκοτεινής θεατρικής συνθήκης. Η σχέση κίνησης και ακινησίας μοιάζει με τη σχέση βουής και ησυχίας μέσα στην πόλη. Ένα σημείο ξεκούρασης όπου μπορεί κανείς να μείνει ακίνητος, λειτουργεί ως ησυχαστήριο, ως χώρος επιδιόρθωσης του εαυτού απ’ όλο τον θόρυβο που υπομένει, και αντίστροφα. Για κάθε ποσό χρόνου που περνά κανείς μες στη βουή του κόσμου αντιστοιχεί χρόνος, άλλος για τον καθένα, στην ησυχία. Αλλά και κάθε παλιό πράγμα γιατρεύει από την ακατάσχετη καινουργίλα του κόσμου. Κάθε τι με εμφανή επάνω του τη χρήση και τη φθορά απ’ αυτήν, μας προσγειώνει στο τώρα και καθιστά εμάς, ως επόμενους, καινούργιους. Οι ιστορίες των ανθρώπων της στοάς υφαίνουν ένα δίχτυ σαν αυτό της αράχνης: αόρατο αλλά ανθεκτικό προϊόν κατοίκησης που υφάνθηκε μέσα από την κίνηση και καρποφορεί στην ακινησία. Η αράχνη, ένα πλάσμα όλο πόδια και μάτια, υφαίνει τον ιστό της ως οικειοποίηση και προστασία, ως χειρονομία που διεκδικεί τη στοά και κάνει τη μνήμη ξόρκι κατά του φόβου να νιώσουμε ξαφνικά ξένοι παντού.
[ Χέρια και αυτιά ]
(τελικά οι περισσότεροι καθόλου δεν κλαίνε)
Αφού η αφίσα μας (βλ. Μέρος α’) τοποθετήθηκε σε καίρια σημεία της στοάς, ήμασταν σε αναμονή. Κανείς δεν έστειλε όμως το μέηλ που περιμέναμε. Αντιθέτως, οι άνθρωποι που συναντούσαμε εκεί άρχισαν να μας μιλάνε. Την περίοδο που η εγκατάσταση του Σίσυφου στήνονταν στη στοά της Αριστείδου, ξεκίνησα να επισκέπτομαι τον χώρο καθημερινά και να συζητάω με τους ανθρώπους που συναντούσα. Άλλοι ερχόντουσαν μόνο το πρωί, άλλες μόνο το απόγευμα κι έτσι πήγαινα πολλές διαφορετικές ώρες, παρατηρώντας παράλληλα πώς άλλαζε η στοά – η υγρασία, η θερμοκρασία, το φως και η κινητικότητα στο χώρο άλλαζαν δραματικά απ’ το πρωί ως το βράδυ.
Πολλοί μου μιλούσαν ξανά και ξανά για να σιγουρευτούν ότι κατάλαβα καλά όσα μου είχαν πει. Σε όλους εξηγούσα από την αρχή τη σχέση μου με το πρότζεκτ του Σίσυφου κι ότι είμαι εκεί επειδή με ενδιαφέρουν οι σκέψεις και οι αναμνήσεις τους, οι ιστορίες που θα μοιραστούν μαζί μου, ώστε να τις μοιραστώ κι εγώ με άλλους σε μια Συνθηματική Ξενάγηση. Αυτή μου η εισήγηση οδηγούσε κάποιους να ανασύρουν ό,τι οι ίδιοι θεωρούσαν αξιομνημόνευτο από τη σχέση τους με το παρελθόν. Η κυρία Νένα, που αποφάσισε να ανοίξει ένα κατάστημα με χειροποίητες τσάντες μέσα στην τρομακτική συγκυρία της πρώτης καραντίνας, μου μίλησε για τον πρόγονο της, μπουρλοτιέρη του ‘21 Ματρόζο, και ότι μάλιστα είχε κληρονομήσει από κείνον μια συρταριέρα με τα αρχικά του. «Την έδωσα όμως» μου είπε. «Δεν τα θέλω τα παλιά πράγματα, γιατί κουβαλάνε πολλών ειδών ενέργειες που δεν ξέρεις τι μπορεί να ήταν, καλές και κακές». Στο μικρό της παταράκι, δίπλα στην ραπτομηχανή με την οποία φτιάχνει τις τσάντες, έχει στήσει την παλιά singer της γιαγιάς της, μια μηχανή του 19ου αι. «Κι αυτή;» την ρωτάω. «Μάλλον θα την έχω καθαρίσει αυτήν…» μου απαντάει. Δεν υπάρχουν κανόνες τους οποίους το συναίσθημα να μην επανα-ορίζει.
Η σχέση μας με το παρελθόν γίνεται σχέση με το δικό μας παρελθόν και η Ιστορία συντίθεται και από τη δική μας ιστορία.
Το εφήμερο, το φευγαλέο, το ανοιχτό μιας προφορικής συζήτησης προσκαλεί κάποιους σε ένα πεδίο που φεύγει από την ανταλλαγή και μπαίνει σ΄ αυτό που λέμε σχέσεις. Ο κύριος Θανάσης, ο 85χρονος ράφτης που βρίσκεται στο 8όροφο κτήριο της στοάς από το 1958, με καλεί κάθε φορά που μένω για τσίπουρο και μεζέ. Κάθομαι μαζί του στο μεσημεριανό του διάλλειμα, που το μοιράζεται με φίλους και συγγενείς που περνάνε να τον δουν. «Ποια είναι η πρώτη σας ανάμνηση από τη στοά;» τον ρωτάω. «Θυμάμαι τότε που φτιάχνανε τα μωσαϊκά στους διαδρόμους, και έπρεπε να πατάμε σε σανίδες για να μην τα χαλάσουμε.» Πέρασαν πολλοί από δω, λέει, ακόμα και για τον Νόβα τον πρωθυπουργό, είχε ράψει ένα κοστούμι μες στο μικρό του εργαστήριο.
Για να μάθει κανείς την τέχνη τότε έπρεπε να μαθητεύσει δίπλα σε κάποιον κι αυτό έκανε κι ο κύριος Θανάσης από πιτσιρίκι. Η πρώτη φάση της μαθητείας κράταγε τουλάχιστον μια δεκαετία, της οποίας τον πρώτο χρόνο οι μαθητευόμενοι τον πέρναγαν με το μεσαίο τους δάχτυλο δεμένο πάνω στην παλάμη για να μάθουν τη σωστή στάση του χεριού. Μόνο μ’ αυτή τη χειρονομία, όταν ο μέσος έμενε κυρτός, γίνονταν το χέρι εργαλείο που μπορούσε να ράψει ίσια τη ραφή πάνω στο ύφασμα. Και η δεύτερη φάση της μαθητείας πόσο κρατούσε, ρώτησα. Πότε θεωρούνταν ότι έμαθε πια κάποιος την τέχνη; Ένας απ’ τους υπερήλικους φίλους με τον οποίο μοιράζεται τώρα ο κύριος Θανάσης τη λίγη δουλειά του ραφείου μού απαντάει: «Ποτέ! Εγώ ακόμα μαθαίνω.» Μού περιγράφει ότι κι ο ίδιος μαθήτευσε για χρόνια σα ραφτάκος και όταν πήγε στρατό ήξερε ήδη να φτιάχνει ένα κοστούμι.
Φαντάρος έκανε στο Γουδί, και μάλιστα με διασημότητες. Βγαίνει πίσω από τον πάγκο και στέκεται στη μέση του δωματίου για να μου δείξει πώς έκανε επιθεωρήσεις ο Παττακός κρατώντας ένα χάρακα στο ένα χέρι, που το έπιανε με την άλλη του παλάμη πίσω από την πλάτη. Σας χτυπούσε μ’ αυτό, ρωτάω. «Όχι, απλώς του άρεσε να τον κρατάει,» λέει. Και το Βασιλιά θυμάται απ’ το στρατό, «καλό παιδάκι ήτανε» θυμάται. Η ηλικία από μόνη της, τότε τρυφερή, τώρα ώριμη, εμφανίζεται μέσα από τα λόγια του σαν μια συνθήκη επιχρωματισμού της κόπιας της μνήμης. Όλα είναι φωτεινά όταν είναι κανείς νέος στον κόσμο, όλα κάπως πιο σκιερά μεγαλώνοντας, κι όλα τα διαθέσιμα χρώματα αναβοσβήνουν όταν έχεις περάσει πολύ καιρό ζώντας.
Όταν απολύθηκε, δεν είχε πού να πάει, πίσω στην Κέρκυρα απ’ όπου είχε έρθει δεν ήθελε να γυρίσει, σκεφτόταν μήπως πάει Αμερική, φοβόταν κιόλας, κι έτσι μέχρι να αποφασίσει βρήκε καταφύγιο στο μόνο μέρος που γνώριζε καλά κι ένιωθε ασφαλής: στη στοά. Κοιμόταν τα βραδιά κρυμμένος ανάμεσα στους πάγκους, ώσπου να δει τι θα κάνει. Τελικά αποφάσισε να μείνει στην Αθήνα, δούλεψε, πρόκοψε, έκανε το δικό του μαγαζί στο Κολωνάκι, περάσαν χρόνια, το έκλεισε, και τώρα ξαναγύρισε και κόβει, ράβει, σιδερώνει στη γνώριμη μικρή φωλιά της στοάς που κάποτε τον είχε περισώσει.
«Ήθελα να φτιάξω μια φωλιά» λέει ο κύριος Γιώργος που δουλεύει το καφενείο στο ισόγειο. Μετά από μια δεκαετία και βάλε που ήταν κλειστό το μικρό καφενείο-κυλικείο της στοάς, το ξανάνοιξε, το ανακαίνισε και το στόλισε με λουλούδια και πουλιά. Τα πουλιά δεν υπάρχουν πιά –κάποια πέθαναν, άλλα τα έκλεψαν – και αποφάσισε να μην ξαναπάρει, αφού «δένεται κανείς και μετά στεναχωριέται» όπως μου λέει. Ήρθε στη στοά μετά από εφτά χρόνια που έκανε την ίδια δουλειά σε ένα μουσείο, το οποίο είχε κι αυτό τραπεζάκια μέσα σε ένα περίκλειστο αίθριο, όπως κι εδώ. Αναδημιουργώντας μια άλλη εκδοχή του ίδιου σχήματος, μια ησυχία μέσα στη βοή της πόλης, ένα μικρό μάτι στον κυκλώνα, εδώ σερβίρει καφέδες, ποτά, φαγητά και πίττες της μάνας του, φροντίζει τις γλάστρες όλου του ισογείου και ξέρει να φτιάχνει τον καφέ που πια μόνο ο κύριος Θανάσης παραγγέλνει: ναι και όχι.
Στο καφενείο συναντάω τον νεαρό σπιτονοικοκύρη του κ. Θανάση. Ο άνθρωπος απ’ τον οποίο ο κ. Θανάσης νοίκιαζε το χώρο του για πάνω από μισό αιώνα πέθανε και κληροδότησε το χώρο στον ανιψιό του. «Στην αρχή ήταν τυπικότατος, μετά όσο περνούσαν τα χρόνια όχι και τόσο, αλλά τον βλέπω σαν πατέρα μου, δεν είναι δυνατόν να τον διώξω, αν το κάνω ξέρω ότι θα πεθάνει», λέει ο νέος ιδιοκτήτης. Μου εξηγεί ότι συναντήθηκαν τις προάλλες και κανόνισαν να πάει ο κ. Θανάσης να πάρει ύφασμα και να του ράψει ένα κοστούμι. Όταν ραφτεί το κοστούμι, ίσως σαν αυτό που μου έδειξε ο Κώστας από το μαγαζί με τις σφραγίδες ότι του έραψε ο κύριος Θανάσης για έναν γάμο, το χρέος θα έχει πληρωθεί και με το παραπάνω, τόσο παραπάνω που θα έχει περάσει από την άλλη πλευρά.
Αυτή είναι η πολυτέλεια της συνύπαρξης επί μακρό χρόνο: οι σχέσεις παραμένουν σαν πλαίσιο, αλλά οι θέσεις των ανθρώπων εντός του εναλλάσσονται. Ο νέος γίνεται παλιός, αυτός που κάτι του χαρίστηκε δίνει χρόνο, και αυτός που χθες χρωστούσε αύριο χαρίζει.
Μία από τις φορές που τον επισκέφτηκα τον κύριο Θανάση, όταν η συζήτηση είχε πάει στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία, μού δήλωσε ότι είναι «δεξιός». Μόλις του απάντησα ότι εγώ είμαι αριστερή αναφώνησε γεμάτος δήθεν αγανάκτηση, χαμογελώντας εμφανώς κάτω απ’ τα μουστάκια του, «φτου, σαν το γιό μου κι εσύ!». Αυτή η άμεση αντίδραση, τη στιγμή που συναντά κανείς κάποιον που στέκεται απέναντί του πολιτικά να τον βλέπει σαν παιδί του, ανήκει σε έναν κόσμο ιδιαίτερου ήθους, για το οποίο είχα μόνο ακούσει. Η τρυφερότητα αυτή, που κανείς δεν την περιμένει και κανείς δεν τη χρωστάει, δημιουργεί ευγνωμοσύνη στα πρόσωπα, και ταυτόχρονα ανοίγει έναν πολιτικό χώρο μέσα στο μικρό δωμάτιο όπου μπορεί κανείς να μιλήσει χωρίς το φόβο ότι θα προσβάλλει και να ακουστεί χωρίς να κωφεύει ο συνομιλητής του. Σε έναν τέτοιο χώρο τρυφερότητας προς την ετερότητα, καθίσταται δυνατή η ανταλλαγή πληροφοριών, οπτικής και συλλογισμών ως λειτουργία που πλουτίζει και ενδυναμώνει όλους τους παρόντες. Η κοινότητα, κάθε κοινότητα, δυναμώνει μέσα από όρους αποδοχής. Ταυτόχρονα, βέβαια, ισχύει και το ανάποδο: οι μονάδες ατσαλώνουν τη θέληση τους για επιβίωση μπροστά στην έλλειψή αποδοχής.
Στην είσοδο της στοάς βρίσκεται ένα μαγαζί με σφραγίδες που το δουλεύουν πατέρας και γιός. Λίγα μέτρα πιο πέρα, πάλι ένα μαγαζί με σφραγίδες, που το δουλεύουν πατέρας και γιός και έχει την ίδια ακριβώς επωνυμία. Παράρτημα; Όχι, το αντίθετό του: Δύο αδέρφια, που δούλευαν μαζί για χρόνια, κάποια στιγμή θέλησαν να περάσουν στα παιδιά τους την επιχείρηση. Πώς ακριβώς όμως; Να ένα καλό ερώτημα. Η απογοήτευση, η πίκρα και οι συγκρούσεις που οι άνθρωποι μού διηγούνται επί μέρες εξηγούν γιατί σήμερα περνάνε τις ζωές τους στο ίδιο τετράγωνο χωρίς να μιλιούνται. Η ένταση από το πιο αρχαίο δράμα στην ιστορία των δραμάτων ξεχνιέται όταν κατεβαίνουμε στο υπόγειο και ο πατέρας μού δείχνει πώς από κομμάτια ξύλου κόβει, ξύνει, βάφει και χαράζει σφραγίδες. «Χαράκτης είμαι, κι όλοι εμείς οι σφραγιδάδες – χαράκτες θεωρούμαστε. Παλιά έφτιαχνα και μετάλλια, πλακέτες…» μου λέει.
Ο αεικίνητος τεχνίτης έρχεται στις 5 το πρωί για να βερνικώσει ώστε να έχει ξεμυρίσει ο χώρος πριν έρθουν οι άλλοι και να μην τους ενοχλήσει. Σε μια οσφρητική χαρτογράφηση του χώρου, το υπόγειο μυρίζει πιο βαριά. Η μυρωδιά απ’ τα βερνίκια ανακατεύεται με αυτήν από τα μελάνια των εκτυπώσεων παραδίπλα, και λίγη από τη όξινη μυρωδιά βενζίνης και λαδιών από τις παρκαρισμένες μηχανές στο χαμηλότερο σημείο της στοάς, στο βάθος της κοιλιάς της, εκεί που αν γίνονταν κατακλυσμός θα πλημύριζε πρώτα απ’ όλα. Ανεβαίνοντας όροφο, οι μυρωδιές γίνονται αρώματα, ο καφές από το κυλικείο επικρατεί. Κι ακόμη ψηλότερα, κάθε οσμή ξεπλένεται από τον άφθονο αέρα. Μια τρύπα στο κέντρο του ισόγειου αιθρίου φέρνει κάμποσο από τον φρέσκο αέρα και στον πάτο της στοάς, στο πιο βαθύ της σημείο, το εργαστήρι του σφραγιδά.
Όταν ετοιμάσει τις ξύλινες λαβές των σφραγίδων, τις βουτάει σε ένα κουτί γεμάτο βερνίκι, στις στερεώνει στα χείλη του κουτιού για να στραγγίξουν κι έπειτα τις απλώνει να στεγνώσουν στο περβάζι του κλειστού πια διπλανού εστιατορίου. Στις δόξες του το μαγαζί αυτό ήταν φίσκα, είχε θαμώνες πολλές γνωστές προσωπικότητες των τεχνών και κάθε μέρα έτρωγε εκεί η Μελίνα Μερκούρη αφού το ΥΠΠΟ ήταν δίπλα. Όταν πέθανε ο Αρμένης εστιάτορας που το άνοιξε, το πήρε κάποιιος άλλος που το έτρεξε για χρόνια, και μετά από αυτόν κανείς. Πολλά μαγαζιά είναι κλειστά στη στοά και από όσα είναι ανοιχτά, τα περισσότερα έχουν περάσει από γονιό σε παιδί. Στο ισόγειο, ένας κλειδαράς που ο υπέργηρος πατέρας του, πρώην κλειδαράς κι αυτός, περνάει ακόμα από κει αραιά και που. Οι αναμνήσεις του τωρινού κλειδαρά από τη στοά αρχίζουν μαζί με τη ζωή του, το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τον Κώστα, τον γιό του χαράκτη στο διπλανό μαγαζί, και την κόρη της δακτυλογράφου ακριβώς απέναντί τους. Όλοι τους βρίσκονται εκεί επειδή ανέλαβαν την επιχείρηση του γονιού τους.
«Το σπούδασα εγώ το κορίτσι μου» λέει η μητέρα που βρίσκονταν εδώ από τη δεκαετία του ’70 δακτυλογραφώντας. «Αν γράψετε κάτι μην την πείτε σκέτο δακτυλογράφο, πείτε μεταφράστρια». Σήμερα η κόρη μεταφράζει σε τέσσερις γλώσσες ενώ το γραφείο της αναλαμβάνει μεταφράσεις σε όλες τις γλώσσες της ευρωπαϊκής ένωσης. Οι δύο γυναίκες κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας αναφέρονται με μεγάλη συχνότητα στο θεό. Όταν αναφέρω ότι δεν πιστεύω, με ρωτάνε ξαφνιασμένες αν είμαι Ελληνίδα. Απαντάω ότι είμαι αλλά οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί, όπως δεν είναι ίδια όλα τα λουλούδια σ έναν κήπο. Ανταλλάσσουμε κάμποσες μεταφορές και παρομοιώσεις, και σύντομα καταλήγουμε ότι η καλοσύνη είναι αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία στον άνθρωπο. Με ρωτάνε αν θα δείξει η τηλεόραση αυτό που θα φτιάξω, εξηγώ πως όχι, θα μάθω μόνο όσες ιστορίες θέλουν να μου πουν, που εγώ μετά θα πω σε άλλους, τα πάντα θα μεταφερθούν με λόγια. Η απογοήτευση τους είναι φανερή, ίσως γιατί δεν φαντάζονται να έχει μεγάλο κοινό ένα τέτοιο κείμενο. Εσύ όμως αναγνώστη που διαβάζεις ακόμη, ανατρέπεις αυτές τις προσδοκίες.
Μου λένε ότι υπήρχαν πολλές δακτυλογράφοι παλιότερα εκεί, τουλάχιστον πέντε-έξι γραφεία, που εξυπηρετούσαν τα γύρω υπουργεία και υπηρεσίες όπως την πολεοδομία που στεγαζόταν στο 8όροφο, ή τις λέσχες και ενώσεις τύπου, τα συμβολαιογραφεία και τα δικηγορικά γραφεία που ακόμα λειτουργούν στο κτήριο. Υπήρχαν επίσης άλλα τόσα ραφτάδικα, τότε που ο κόσμος συνήθιζε να ράβει ρούχα πάνω στο σώμα του, και μια σειρά από εργαστήρια συναφούς οικονομίας: σιδερωτήρια για τα πουκάμισά του Στρογγυλού, μαγαζιά με ανταλλακτικά για τις ραπτομηχανές που εξυπηρετούσαν τους ράφτες και τους καλφάδες (ράφτες κατ’ αποκοπή εργασία όπως μου εξήγησε ο κύριος Θανάσης, παρότι δεν βρήκα αυτόν ορισμό στα λεξικά), κι ένα μαγαζί με ανταλλακτικά γραφομηχανών όπου οι δακτυλογράφοι πήγαιναν τις μηχανές τους για επισκευή.
Συνειδητοποιώ ότι οι άνθρωποι και οι εργασίες τους δεν συνδέονταν μόνο με την πόλη αλλά και μεταξύ τους, σχηματίζοντας ενός είδους μικροοικονομία, σαν κυψέλη, σαν χωριό.
«Παλιά στηρίζαμε ο ένας τον άλλον», μου είπαν τρεις διαφορετικοί άνθρωποι σε διαφορετικές στιγμές, προσπαθώντας να μου μιλήσουν για κάποια αλλαγή στην οπτική ή το κυρίαρχο ήθος, που δεν είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνω. Ίσως αυτή την αλλαγή να την αντιλαμβάνεται καλύτερα όποιος δεν εμπλέκεται σε δοσοληψίες, και παρατηρεί περισσότερο απ’ ό,τι συμμετέχει, όπως ας πούμε ο θυρωρός. Αντί για «Θυρωρός» η μικρή ταμπέλα στο τζάμι του γραφείου του γράφει «Βασίλης». Γιός του προηγούμενου θυρωρού που γέρασε σ’ αυτή τη θέση, λατρεύει τα παλιά τρένα και έχει γεμίσει το θυρωρείο με φωτογραφίες και καρτ ποστάλ τρένων του προηγούμενου αιώνα. Έχει ακόμα και κανάλι στο youtube με λήψεις δικές του από πολλά και διάφορα τρένα, κι αν σταθείς κοντά μοιάζει κάπως σαν το ίδιο το θυρωρείο, ντυμένο με σκούρο ξύλο και ένα μεγάλο τζαμένιο άνοιγμα μπροστά, να έχει μεταμορφωθεί σε κουβούκλιο οδηγού αμαξοστοιχίας, όπου ο ίδιος μένει ακίνητος σε μια σταλιά χώρο αλλά ο κόσμος γύρω του κινείται ιλιγγιωδώς μέσα στο χρόνο. Πάνω από το κεφάλι του, αιωρείται η μικρογραφία ενός παλιού αεροπλάνου κι ο ίδιος καθισμένος από κάτω του πάντα κάτι διαβάζει. Τα δύο τετραγωνικά όπου βιοπορίζεται στέκονται σε μια μικρή παράθεση ανάμεσα στα δύο ασανσέρ και την πραγματικότητά.
Στο υπόγειο, που πάντα έμπαιναν τα πιο βαριά μηχανήματα, συνεχίζονται σήμερα οι εργασίες που παράγουν τον περισσότερο θόρυβο. Σε μια ηχητική χαρτογράφηση του χώρου θα διαβάθμιζε κανείς τον όγκο του ήχου να λιγοστεύει όσο ανεβαίνουμε, ως τα σχεδόν σιωπηλά γραφεία των επάνω ορόφων. Οι στοές είχαν παλιότερα ειδικεύσεις και σ’ αυτήν εδώ, παρότι στέγαζε πολλών ειδών εργαστήρια, έβρισκες σίγουρα τυπογραφεία. Στο υπόγειο σήμερα βρίσκεται ένα τελευταίο τυπογραφείο, από 11 που κάποτε υπήρχαν εκεί, όπου μια παλιά γερμανική Heidelberg ασθμαίνει ρυθμικά, τυπώνοντας, κόβοντας, τρυπώντας χαρτόνια για κάρτες και προσκλήσεις. «Οι Γερμανοί τα κάναν όλα πολύ καλά, και τα κακά και τα καλά» λέει ο χειριστής της.
«Πέθαιναν νέοι οι τυπογράφοι», μου λέει ο κύριος Νίκος δίπλα στη μηχανή που χορεύει, «και κανείς δεν ήξερε γιατί». Πέρασαν χρόνια μέχρι να ανακαλυφθεί η δηλητηριώδης επίδραση του μετάλλου απ’ τα οποία ήταν φτιαγμένα τα στοιχεία, που οι τυπογράφοι μεταχειριζόντουσαν όλη μέρα και ανέπνεαν τη σκόνη που παρήγαγε η κρούση τους από τις μηχανές. Απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ’80 που ήρθε εδώ αναλαμβάνοντας σταδιακά το μαγαζί του θείου του, έχει δει τη στοά να αλλάζει. Το δωμάτιο όπου σφυροκοπάει η εκ-τύπωση πάλι, δεν άλλαξε καθόλου. Τον ρωτάω για το πέταλο στον τοίχο, αν το έχει κρεμάσει για γούρι. «Μπα, εγώ όχι, ήταν εδώ όταν ήρθα» εξηγεί. Τον ρωτάω για τις δύο τοπιογραφίες στον πίσω τοίχο, τοποθετημένες συμμετρικά και περασιά με τη λάμπα φθορίου. Δεν έχει ιδέα, δεν τους έχει δώσει ποτέ σημασία. Σ’ αυτή τη δουλειά βρέθηκε για το βιοπορισμό και για τίποτε άλλο. Τι ονειρεύονταν ο ίδιος να γίνει; «Ποδοσφαιριστής ή τραγουδιστής, όπως τα περισσότερα παιδιά», λέει. Ο ρυθμικός ήχος της Heidelberg δίπλα μας ακούγεται σαν το βαριανάσαιμα μιας αμαξοστοιχίας κι ο κ. Νίκος λέει πώς αυτός ο ήχος τον κοιμίζει. Ρωτάω ποιο είναι το αγαπημένο του σημείο στη στοά.
- Αγαπημένο δεν έχω κανένα. Δε δέθηκα ποτέ με τη στοά, τι ν’ αγαπήσεις εδώ μέσα; Να μου πεις για τους ανθρώπους, για τους ζωντανούς οργανισμούς, να σου πω ναι.
- Αλήθεια, έχει παντού γλάστρες εδώ κάτω, μέχρι και μια μπανανιά. Αυτά ποιος τα φροντίζει;
- Εγώ.
Την επόμενη μέρα του πήγα ένα μικρό φυτό που είχα απ’ το ανοιξιάτικο φυτώριο. Δεν τον βρήκα στο μαγαζί και του το άφησα στην πόρτα. Αυτό το πρόσεξε, είδα μετά, και το μετακίνησε προς το φως. Κατά τη διάρκεια της ξενάγησης μέρες μετά, έρχονται άνθρωποι που παρατηρούν με τρομερό ενδιαφέρον αυτά που φτιάχνει. Κανείς τους δεν έχει ξαναδεί μια Heidelberg σε λειτουργία. Ανάμεσα στα άλλα τον ρωτάνε τι είναι αυτό που του αρέσει σ’ αυτή τη δουλειά. «Μ’ αρέσει όταν κάτι είναι δύσκολο» απαντάει. Βγάζει από τα ράφια του χοντρά μαύρα χαρτιά με πυκνογραμμένα ανάγλυφα μικροσκοπικά χρυσά γράμματα επάνω. Καθώς το κοιτάω, δεν μπορώ να φανταστώ πώς γίνεται να φτιάχνεται κάτι τέτοιο με αναλογικά μηχανικά μέσα και να μην έχει μουτζουρωθεί σε έναν ενιαίο χρυσό λεκέ πάνω στο χαρτόνι. «Ε αυτό είναι πολύ δύσκολο και μου αρέσει να το φτιάχνω» λέει ο κ. Νίκος χαμογελώντας.
Στο διπλανό μαγαζί ο κύριος Γιώργος διηγείται πώς πριν δυο χρόνια κατάφερε κάποιος, μάλλον παιδί, να τρυπώσει ανάμεσα από τις σιδεριές της βιτρίνας και να κλέψει. Η κάμερα ασφαλείας κατέγραψε την κορφή απ’ το μικρό του κεφαλάκι να πηγαινοέρχεται στο μαγαζί γεμίζοντας τις τσέπες του με κινητά. Βρίσκεται εδώ πάνω από δύο δεκαετίες και αυτά τα χρόνια έχει αλλάξει ολόκληρη η οικονομία, λέει, στη δική του περίπτωση σίγουρα. Πριν από 20 χρόνια είχε δύο μαγαζιά σε προάστια που δούλευαν χοντρική, σήμερα κρατάει μόνος του το μαγαζί της λιανικής στη στοά, κάνοντας και τις επισκευές.
Στο υπόγειο υπήρχαν παλιότερα και άλλα εργαστήρια, ένα χρυσοχοείο, μαγαζιά που επισκεύαζαν τηλεοράσεις, ψυγεία και άλλες συσκευές, και κάποιον που έφτιαχνε μεγάφωνα. Τα πιο ογκώδη και βαριά μηχανήματα μπαίναν εδώ. Σήμερα έχει λίγα μαγαζιά με ηλεκτρονικά, αλλά κυρίως χώρους ψηφιακών εκτυπώσεων, που είναι αυτό στο οποίο μετατράπηκαν τα τυπογραφεία. Μέσα στο μεγαλύτερο από αυτά, ανάμεσα στους εκτυπωτές ξεπροβάλει ένα μέρος του αρχαίου τείχους της Αθήνας. Πρέπει να είναι πάνω από ένα μέτρο ύψος και οι άνθρωποι που πηγαινοέρχονται δίπλα του ακουμπάνε πάνω του τα ντοσιέ, τα τσιγάρα και τη συσκευή του σταθερού τους τηλεφώνου. Αν βγει κανείς απ’ τη στοά, περπατήσει επί της Αριστείδου και χωθεί στην επόμενη στοά είτε προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά, μέσα στα υπόγεια των κτηρίων ξανασυναντά τα αρχαία τείχη. Ενώ τα κτήρια από πάνω τους χωρίζονται σε διακριτές μονάδες, από κάτω το τείχος συνεχίζει την αρχαία ενιαία του πορεία.
Αυτή η αίσθηση του παρελθόντος μέσα στο παρόν είναι διάχυτη μέσα στη στοά και η έκθεση που έστησαν η Μαρία Καραθάνου με τον Άγγελο Χριστοφιλόπουλο σ’ αυτήν ακριβώς προσθέτει ένταση. Οι εικόνες που φέρνουν μέσα σ’ αυτή τη στοά-παλίμψηστο, είναι κι αυτές το αποτέλεσμα μιας προσωπικής τους ζύμωσης με το χώρο. Με μια πρώτη βόλτα στην εγκατάσταση γίνεται εμφανές ότι πρόκειται για ανταπόκριση με όρους αισθαντικότητας, και όχι εφαρμόζοντας κάποιο αυστηρό κόσνεπτ που προσχεδιάστηκε σε ένα γραφείο αλλού. Όπως ο χρόνος ξετυλίγεται από μέσα προς τα έξω, ανθίζοντας με τρόπο που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει, έτσι και η χειρονομία αυτής της φωτογραφικής εγκατάστασης προκύπτει από έναν διάλογο με τη μοναδικότητα του χώρου. Φωτογραφίες της Αθήνας από την περίοδο της πρώτης καραντίνας, της κρίσης, της πρώτης μέρας των αγανακτισμένων, μπλέκονται με εικόνες της φύσης, της επαρχίας και άλλων πόλεων. Ο ίδιος ο χώρος θυμάται, οι κάτοικοι και οι επισκέπτες θυμούνται, και οι καλλιτέχνες θυμούνται επίσης. Στήνοντας αυτί ο ένας στις αναμνήσεις του άλλου, πλαταίνουμε, διευρυνόμαστε, στερεωνόμαστε καλύτερα μέσα σ’ αυτό που πλέκεται από χρόνο, χώρο και το πώς εμείς τα καταλαβαίνουμε: τον κόσμο.
Παρόν, παρελθόν και το μέλλον που φανταζόμαστε, όλα συνδέονται.
Τριγωνικά ξύλινα σταχτοδοχεία, που κάποτε ήταν γεμάτα άμμο για να σβήνουν τα τσιγάρα, βρίσκονται ακόμα έξω από τα ασανσέρ του οκταόροφου κτηρίου, παρότι το κάπνισμα απαγορεύεται εδώ και χρόνια. Τα τετράγωνα κομμάτια μοκέτας κάτω από το κάθε ένα επίσης παραμένουν, παρότι η καθαρίστρια που τα πρόσθεσε «για ομορφιά» είναι χρόνια που δεν δουλεύει πια εκεί. Ο μόνος λόγος που βρίσκονται ακόμα εκεί αυτά τα παράλογα ίχνη –άδεια τασάκια με μια εύφλεκτη μοκέτα από κάτω– είναι ότι κάποιος θυμάται εκείνην που τα έβαλε. Τα ίχνη είναι σωρευτικά και τα συγκρατεί είτε η ανάγκη είτε η τρυφερότητα για τα άτομα των οποίων την ανάμνηση ανασύρουν. Ο παλμός της πρωτεύουσας, που χτυπάει σταθερά μέσα στην στοά εδώ και 70 χρόνια έχει κρατήσει αποθέματα εικονοποιίας από έναν κόσμο χαμένο. Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στην ανάμειξη και συνύπαρξη των πολλών διαφορετικών συστημάτων σκέψης, ηθικών, αισθητικών, συνηθειών και όψεων της εντοπιότητας, με τρόπο οργανικό, χωνεμένο, μοναδικό.
Για μένα, το ενδιαφέρον της φωτογραφικής εγκατάστασης των Καραθάνου-Χριστοφιλόπουλου βρίσκεται κι αυτό εδώ: στην υιοθέτηση αυτού του μοτίβου συνδιαλλαγής, ενός modus operati που δίνει στην οργανικότητα προτεραιότητα έναντι μιας γκράντε ιδέας. Κι αν η δική μου συμβολή είχε κάποιο νόημα για όσους ακολούθησαν την Συναισθηματική Ξενάγηση στη στοά, είναι πάλι για τον ίδιο λόγο. Καμία ξενάγηση δεν ήταν ίδια με την άλλη, γιατί όλες τους διανθίστηκαν με κουβέντες με τον κόσμο της στοάς, ο οποίος εξακολουθούσε να κινείται απρόβλεπτα, να έρχεται και να φεύγει. Ο άνθρωπος που συναντούσαμε στη 1μμ, είχε φύγει στις 3μμ και ο αργός Σαββατιάκος χρόνος που μας διέθεταν για μια κουβέντα, δεν βρίσκονταν μέσα στην φούρια της Τρίτης. Κάθε Συναισθηματική Ξενάγηση ήταν διαφορετική αλλά αυτό δεν ενόχλησε το στόχο της κάθε μίας:
Να ανοίξουν πόρτες, έτσι που να μείνουν ανοιχτές και να μπορεί επιστρέψει κανείς αργότερα κάπου που καταλαβαίνει, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν τους νιώθει ξένους.
Το ασκεπές αίθριο με τα δύο μεγάλα κενά, που φέρνουν το φως ως τον πάτο του συγκροτήματος, περικυκλώνεται από το 8όροφο κτήριο και ένα μαλακό λάμδα απέναντί του, που σηκώνεται 2 ορόφους ψηλά. Κι ενώ στο 8όροφο είναι πολλοί εκείνοι που θέλησαν να αποκοπούν αισθητικά, δηλαδή νοητικά, από το υπόλοιπο κτήριο, με διάφορες επεμβάσεις, το λάμδα του αιθρίου παραμένει ομοιογενές, τουλάχιστον εξωτερικά. Απ’ το ισόγειό της αυλής βλέπει κανείς τις τσάντες τις κυρίας Νένας, το μαγαζί με τα χειροποίητα κοσμήματα από λουλούδια της κυρίας Μαρίας, την είσοδο ενός χώρου εκτυπώσεων, μια τζαμαρία μαγαζιού καλυμμένη με εφημερίδες όπου μέσα ακονίζονται μαχαίρια για την ψαραγορά και ενίοτε μυρίζει έντονα ψαρίλα, κάμποσες κλειστές πόρτες.
Έξω από μία πόρτα διαβάζω «δακτυλογραφήσεις» αλλά ακούω καθαρά ήχο από περτσίνωμα. Όταν βγαίνει έξω ένας κύριος τον ρωτάω αν μπορώ να του κάνω μια ερώτηση, λέει ναι, και συνεχίζω: τι είναι αυτό που ακούγεται, όντως περτσίνωμα; «Αυτές ήταν δυο ερωτήσεις», μου λέει με σοβαρό ύφος. Σαστίζω και μετά γελάμε. Αυτό ήταν ένα χιούμορ στο οποίο έχω να μετέχω πάνω από 20 χρόνια. Μαθαίνω ότι όντως στο παλιό δακτυλογραφείο καρφώνονται καμβάδες σε τελάρα για να πάνε στο μαγαζί απέναντι απ’ τη στοά, απ’ όπου ψωνίζουν ζωγράφοι. Ο μικρός αυτός διάλογος δεν ήταν η μόνη στιγμή που κάποιος τρόπος, λόγος, χιούμορ που είχα χρόνιά να δω, εμφανίστηκε μπροστά μου μέσα στη στοά.
Χρειάστηκε να επαναλάβω πολλές φορές ότι είμαι παντρεμένη, αφού ρωτήθηκα τόσες φορές που στο τέλος το έλεγα από μόνη μου. Ακόμα κι έτσι, δύο διαφορετικοί άνθρωποι στην έβδομη δεκαετία της ζωής τους έβγαλαν μεθοδικά από πάνω μου κάθε τριχίτσα, σκόνη ή χνούδι που μπορούσαν ή δεν μπορούσαν να διακρίνουν πάνω μου καθώς μιλούσαμε. Άλλοι μου είπαν «σόκινκ» ανέκδοτα με τα οποία ούτε γελούσα ούτε κοκκίνιζα αφού εξήγησα ότι το βρίσκω φυσιολογικό ένα ζευγάρι να κάνει έρωτα και μάλιστα με πολλούς τρόπους, κερδίζοντας το συμπέρασμα: «Είσαι πολύ χειραφετημένη.» Πέρα από τον γάμο μου, δίχως να έχω βέρα να επιδείξω, και την αθεΐα μου, χρειάστηκε ακόμα να εξηγήσω από πού είναι η καταγωγή μου και γιατί δεν έχω παιδιά, όλες συζητήσεις που είχα χρόνια να κάνω. Είναι όντως κάποιος παλιός τρόπος σύνδεσης που έχει επιζήσει εδώ, ή κάθε φορά που σχηματίζεται μια μικροκοινότητα σε μετρημένο χώρο αναβιώνουν κώδικες που στην πόλη έχουμε κυρίως εγκαταλείψει;
Ο πρώτος και ο δεύτερος όροφος στο λάμδα του αιθρίου έχουν κοινόχρηστες τουαλέτες στο κέντρο, και εκατέρωθεν παραταγμένους μικρούς χώρους που σήμερα χρησιμοποιούνται για μαθήματα, θεραπείες, υπηρεσίες, ή λειτουργούν ως κάποιου είδους εργαστήρια για χειροτέχνες, κατά τον αρχικό τους σχεδιασμό. Κάποια κοινόχρηστα μαζεύονται σ ένα παραθυράκι, δίπλα μια πόρτα ανοίγει και ένα σκυλάκι ξεπροβάλει, το οποίο ενθουσιάζεται και τρέχει να μου φέρει ένα τόπι που του πετάω και του ξαναπετάω. Από τη μία μέρα στην άλλη τα μπαλκόνια των ορόφων φιλοξενούν όλο και κάποια νέα γλάστρα. Όπου υπάρχει φως, είναι καλοδεχούμενη η ζωή και η στοά έχει φυσικό φως και στα πέντε της επίπεδα. Την τελευταία φορά που πέρασα είδα δυο φράουλες να αργοφουσκώνουν μέσα στην πρασινάδα μίας γλάστρας.
Οι διαδρομές που δημιουργεί η στοά περπατιούνται σε πολλές εκδοχές χορογραφίας. Από πλευράς τοπογραφίας, η στοά πάντα σε βγάζει από και σε γυρίζει στην Αριστείδου. Πολλοί απ’ όσους μίλησα είχαν αλλάξει ανά τα χρόνια, όροφο και θέση μέσα στη στοά. Ο κλειδαράς μετακόμισε απέναντι απ’ το παλιό του μαγαζί επειδή αυτό είναι μεγαλύτερο. Ο σφραγιδάς πέρασε απ’ το υπόγειο στο μαγαζί στο δρόμο, ο ράφτης ανέβηκε έναν όροφο για να κερδίσει ένα επιπλέον δωμάτιο το οποίο έκανε δοκιμαστήριο, κοκ. Η κίνησή τους μέσα στο χώρο ανά τα χρόνια θα αναπαράγονταν χορογραφικά σαν τις κινήσεις μικρών σφαιρών σε ένα φλίπερ. Όμως, καθώς έστηνα αυτί καθώς τα χέρια όλων δούλευαν, άρχισα να αντιλαμβάνομαι το χώρο κυρίως ως ένα πεδίο σχέσεων.
Αν η πρώτη πράξη της διαρκούς χορογραφίας που εκτυλίσσεται στη στοά διαγράφει τις κινήσεις των ανθρώπων από χώρο σε χώρο, η επόμενη θα ανέπτυσσε τις σχέσεις μεταξύ τους: πώς ο καθηγήτρια γαλλικών αγοράζει ένα χειροποίητο κολιέ από το ισόγειο, ο καφετζής διορθώνει το κλειδί του με τη βοήθεια του χαράκτη και ο εικαστικός παίρνει μια τυρόπιτα απ’ το κυλικείο πριν γυρίσει στο εργαστήριο. Σ’ αυτή την πράξη χωράνε και περαστικοί όπως εμείς, κι έτσι οι εκτυπώσεις για τα φλάιερ του Σίσυφου έγιναν στο υπόγειο, τα μεσημεριανά μας τα τρώγαμε καθημερινά στο καφενείο κι ένα παλτό μου που ήθελε φορδράρισμα το πήγα στον κύριο Θανάση. Η ταμπέλα με την επωνυμία του στην πόρτα τώρα συνοδεύεται από μια ακόμα, δώρο φίλων. Αυτή η δεύτερη κάτω από την επωνυμία γράφει: «Λέσχη φίλων υψηλής ραπτικής και γαστρονομίας» αφού το ραφείο λειτουργεί πια περισσότερο ως τόπος συνάντησης. Όλοι όσοι μπαινοβγαίνουν σήμερα εκεί έχουν βγει στη σύνταξη κι ίσως έχουν κάτι να ράψουν, ίσως όχι, το ωράριο όμως τηρείται ακόμα έστω για να δουν λίγη τηλεόραση, να απλωθεί το πλαστικό στον πάγκο κοπής το μεσημέρι και να στηθούν ελιές, βολβοί και τσίπουρο μπρος στα πατρόν.
Το παλτό μου πάντως ανοίχτηκε με προσοχή, μελετήθηκε, εξετάστηκε: ναι μπορεί να φοδραριστεί, συμπεράθηκε. Πόσο θα στοιχίσει; «Όσο έχεις, όσο θες.» Την επόμενη φορά που πήγα, ήταν εκεί ολόκληρη η επιτροπή υψηλής ραπτικής. Αποφάσισαν πώς ακριβώς θα γίνει η δουλειά. Πόσο έχει; Ξαναρώτησα. Αυτή τη φορά άκουσα ένα νούμερο τριψήφιο. Δεν είχα υπολογίσει ότι θα πήγαινε τόσο και ζήτησα δόσεις. Κανένα πρόβλημα, μου είπαν, μπορούσα να πληρώσω σε όσες δόσεις ήθελα. Λίγο αργότερα, χωρίς να ξαναρωτήσω, το πόσο έπεσε στο μισό. Γέλασα με τη σχέση που μου φάνηκε ότι έχουν με τα λεφτά. Σα να μη δουλεύουν για τα χρήματα, αλλά για να παραμένουν ζωντανοί, να κρατάνε το κέντρο τους εντός αυτού που αναγνωρίζουν ως εαυτό τους, αλλά η πληρωμή είναι απαραίτητη για να κρατήσουν το παιχνίδι ζωντανό. Σαν σε κάποια μονόπολη, όπου τα λεφτά δεν είναι ακριβώς λεφτά, εμείς όμως σίγουρα είμαστε εκεί και τα ανταλλάσσουμε.
Στους υπόλοιπους ορόφους του 8όροφου κτηρίου Ανατολής απλώνεται μια γκάμα παρεμβάσεων που διαφοροποιεί διάφορα μέρη από το όλον. Κάποιοι διάδρομοι έχουν επενδυθεί με σκούρο ξύλο ενώ οι πόρτες έχουν αντικατασταθεί με ασφαλείας. Η αίσθηση είναι σαν να βρίσκεσαι κάπου στην Αριζόνα τη δεκαετία του ’70. Σε έναν άλλο όροφο, σε όλη η αριστερή πλευρά έχουν επικολληθεί μαύρα γυαλιστερά πλακάκια πάνω στο ξανθό μωσαϊκό και στις πόρτες κρέμονται χρυσά πόμολα με ανάγλυφα κεφάλια λιονταριών. Η απόκοσμη αντανάκλαση των φθοριούχων φωτιστικών πάνω στα απαστράπτοντα πλακάκια φτιάχνει ένα παράξενο σκοτάδι μέσα στη μέρα και μια ατμόσφαιρα επιβλητική μέχρι φοβήτρου. Σε πολλούς ορόφους αποκόπτονται ολόκληροι διάδρομοι που είτε φωτίζονται με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο, είπε φράσσονται από σιδερένιες καγκελόπορτες σαν να ήταν αυλές, είτε κρύβονται πίσω από ξύλινους ψευδότοιχους.
Σε έναν άλλο όροφο, έξω από μια κρατική υπηρεσία ψυχικής υγείας, είναι κολλημένη μια πρόχειρη ανακοίνωση που ζητά να μην καπνίζει κανείς στους διαδρόμους. Είναι ο μόνος όροφος απ’ όπου λείπουν τα τριγωνικά τασάκια και το παράθυρο του ορόφου αυτού είναι το μόνο με περβάζι πάντα γεμάτο αποτσίγαρα. Στην πόρτα της υπηρεσίας χαμηλά είναι κολλημένο ένα αυτοκόλλητο που προτάσσει: «Μην κλωτσάτε την πόρτα.» Αν δεν βιαστεί κανείς να κρίνει ως αλλοιώσεις τις παρεμβάσεις αυτές που εκτελέστηκαν σε βάθος δεκαετιών, και επιφυλαχθεί να αποφασίσει αργότερα αν τα πράγματα είναι θεμιτό να μένουν αναλλοίωτα στο χρόνο ή όχι, μπορεί να δει στο κάθε τι μια πηγή πληροφορίας. Η χρήση, η κατάχρηση, τα προβλήματα του κτηρίου αλλά και οι φαντασιώσεις των διαφορετικών ιδιοκτητών για τους χώρους που χρησιμοποιούν, αποτυπώνονται στις επεμβάσεις τους. Κάθε πλακάκι που σκεπάζει το μωσαϊκό, κάθε κάμερα ασφαλείας, κάθε αισθητική ή λειτουργική επέμβαση περιγράφει τη σχέση των ανθρώπων με το χώρο που τους παραδόθηκε. Κάθε προσπάθεια λύσης ενός αιτήματος αφήνει ίχνη, το ίδιο και κάθε προσπάθεια αυτονόμησης και απόλαυσης ενός ιδιωτικού φαντασιακού πλαισίου, μιας ιδανικής μεταμόρφωσης σε άλλο τόπο.
Πέρα όμως από τη σχέση του καθένα μέσα στο χώρο, με τους υπολοίπους ως μέρος ενός δικτύου κινητικότητας εντός στοάς, ή με την ευρύτερη πόλη όπως εμφανίζεται από τις ιστορίες τού πώς κατέληξε εκεί ο καθένας, κυρίαρχη είναι η σχέση με τη μνήμη: μια σχέση ανασκαφική που αφορά τις δικές τους προσωπικές αναμνήσεις και πια και δικές μου αφ’ ης στιγμής μου τις αφηγήθηκαν, πλέον και δικές σας, διαβάζοντας μέχρι εδώ. Οι άνθρωποι θυμούνται και τους θυμούνται εδώ. Πολλοί απ’ όσους μίλησα δε, ξετύλιγαν όχι μόνο παρελθόν αλλά και τα επεισόδια του παρόντος τους μαζί μου δημιουργώντας νέες μνήμες, σαν την γραμματέα της ένωσης τύπου που συναντούσα στο καφενείο και αναλύαμε μαζί τα συν και τα πλην του εμβολίου σε σχέση με τις σοβαρές της αλλεργίες. Το παρελθόν δεν υπάρχει κάπου που μας περιμένει, αλλά φτιάχνεται κάθε δευτερόλεπτο και μοιράζεσαι στους παρόντες σα ζεστό ψωμί.
Μπαίνοντας στη στοά, ακούγοντας και παρατηρώντας, δεν προσπάθησα να καταγράψω τα εμπειρικά μου δεδομένα αλλά να κάνω ό,τι κάνει ένας άνθρωπος που φτάνει κάπου για πρώτη φορά: να καταλάβω πού βρίσκομαι. Όταν πρωτομπήκα στη στοά Ανατολής έβλεπα μόνο σκόνη, πόρτες, κάγκελα. Μιλώντας, ακούγοντας, αγγίζοντας, δουλεύοντας με τα χέρια και τα αυτιά μου, άρχισε κάθε πράγμα, πόρτα, γωνία, να αποκτά βάθος, να ανοίγει, να ξετυλίγεται, όπως όταν γνωρίζεις έναν άνθρωπο: Στην πρώτη συνάντηση λέτε απλώς τα ονόματά σας, ο άλλος είναι ένα ακόμα πρόσωπο στο πλήθος. Καθώς γνωρίζεστε συνδέεσαι, αρχίζει ο ένας να μεταφέρει στον άλλον την εμπειρία του, να ανταλλάσσει την εαυτή του με του άλλου ως ένα από τα συγκοινωνούντα δοχεία που φτιάχνουν αυτό που λέμε κοινωνικό χώρο. Καταλαβαίνοντας, σχετίζεσαι, κι όσο σχετίζεσαι καταλαβαίνεις κάτι νέο.
Η τελευταία σχέση που θέλω να αναφέρω είναι αυτή ανάμεσα στο φως και τη σκιά. Παραδοσιακά οι στοές πάντα φιλοξενούσαν μαγαζιά με γραμματόσημα, βιβλιοπωλεία, τυπογραφεία, επειδή η εγγυημένη σκιά εξάλειφε την απειλή καταστροφής του χαρτιού και των χρωμάτων από τον ήλιο. Και όντως, κοντά στις δύο εισόδους και στα σκιερότερα σημεία της στοάς υπάρχει κι από ένα κατάστημα με γραμματόσημα, νομίσματα, χαρτονομίσματα. Μπαίνοντας στο ένα, συναντάω και πάλι τον γιού του ανθρώπου που το πρωτάνοιξε. «Έρχεσαι εδώ από τότε που θυμάσαι τον εαυτό σου, πώς σου φαίνονταν η στοά όταν ήσουν παιδί;» τον ρωτάω. «Χαώδης…» μου απαντά. Και αυτό το μαγαζί μετατοπίστηκε από την αρχική του θέση για να κερδίσει παραπάνω χώρο, πάντα σε σημείο εκτός ηλιοφάνειας. Ολόκληρη η στοά θα μπορούσε να χαρτογραφηθεί ως πεδίο εναλλαγών του φωτός, πού όσο ψηλότερα πας αυξάνεται, ως την ταράτσα του 8όροφου όπου ανθίζει όπως μου είπαν ένας μικρός κήπος με δέντρα και μποστάνι που δεν είδα, ενός ένοικου που δεν κατάφερα να συναντήσω. Το φωτεινότερο σημείο είναι για μένα το πιο συσκοτισμένο: φωτίζεται μόνο ό,τι έχουμε γνωρίσει.
Υπήρξαν άνθρωποι που μας άνοιξαν τις αποθήκες τους και κλαίγαν. Που όπως η κυρία Δήμητρα, έφερναν από το σπίτι τις τιμητικές πλακέτες των γονιών τους για να μας δείξουν και να μας πουν τι αξιόλογοι, καλοί και εργατικοί άνθρωποι είχαν υπάρξει οι γονείς που πρωτοάνοιξαν τις επιχειρήσεις τους στη στοά. Όμως τελικά, οι περισσότεροι δεν έκλαιγαν. Ούτε από συγκίνηση ούτε από ανάγκη. Οι περισσότεροι απ’ όσους μίλησα στην στοά Ανατολής είχαν τα ψυχικά τους μανίκια σηκωμένα και τα χέρια γεμάτα με τη δουλειά της προσαρμογής σε έναν κόσμο που δε σταματά να αναδιπλώνεται, με μια ζωή γεμάτη άλματα μετ’ εμποδίων όπου εξακολουθούν να παραμένουν όρθιοι, ενεργοί, μάχιμοι. Το δωματιάκι απέναντι απ’ το θυρωρείο ανήκει σε μια εταιρεία εκτελωνισμού που ενώ σήμερα λειτουργεί από μια σπιθαμή χώρο, μίσθωνε για χρόνια έναν ολόκληρο όροφο από πάνω. Ο πάλαι ποτέ όροφός της έχει ολόκληρος αγοραστεί για να μετατραπεί σε Airbnb κι η εταιρία εκτελωνισμού συρρικνώθηκε σε 3 τετραγωνικά μέτρα, όμως δεν έκλεισε, ακόμα λειτουργεί. Αυτή, όπως και τόσες άλλες στη στοά είναι μια ιστορία επιβίωσης και επικράτησης επί των δυσκολιών.
Λίγα μέτρα πιο πέρα ο Κώστας από το μαγαζί με τις σφραγίδες κάθε φορά που τον συναντώ μου αποκαλύπτει λίγο περισσότερο πόσο μεγάλη νίκη είναι ότι η επιχείρηση επέζησε μετά απ’ όλα αυτά. Όταν έγινε το δεύτερο μαγαζί και ξεκίνησαν απ’ την αρχή, είχε μόλις ολοκληρώσει μια μεγάλη δουλειά, δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Κι ενώ ξενυχτούσε τα βράδια για να την τελειώσει, τελικά τα λεφτά δεσμευτήκαν και δεν πήρε φράγκο. Αμέσως μετά φάνηκε τυχερός κι ανέλαβε άλλη μια μεγάλη δουλειά, την οποία όμως επίσης δεν πληρώθηκε αφού ο πελάτης χρεοκόπησε. Αλλά παρόλα αυτά, επιβίωσε. Αφηγούμενος αυτό του το κατόρθωμα θεραπεύεται από το τραύμα τού ότι το έζησε. Κι ακόμα, όταν σκέφτεσαι όσα πέρασε, βεβαιώνεται ότι δεν φοβάται πια τίποτα.
Τα χέρια γιατρεύουν με τις πράξεις και το αυτί καθώς αφουγκράζεται.
Παρότι μνήμη σημαίνει να συγκρατείς κάποια πράγματα από το χαώδες ποτάμι του χρόνου, η λειτουργία της έχει ταυτόχρονα και κάτι το αχρονικό. Η μνήμη υπάρχει κάθε στιγμή σε κάθε της φορέα, ολόκληρη, πάλλουσα, ενεργή, έτοιμη να ξεπροβάλλει με την πρώτη ευκαιρία. Όπως σε ένα όνειρο η μητέρα μας μπορεί να συναντιέται με έναν γάλλο σεφ, έναν στρατηγό του 19ου αι. και κάποια εκδοχή του μελλοντικού μας εαυτού, έτσι και εδώ, η μηχανή της γιαγιάς της κυρίας Νένας, οι φοιτητές που πίνουν τον καφέ τους στο αίθριο, o υπνάκος του κυρίου Θανάση δίπλα στη σόμπα εν ώρα εργασίας, ο παλιός καφετζής κι ο πρώην θυρωρός που έρχονται τα πρωινά να τού κάνουν παρέα, τα τρένα του κυρίου Βασίλη καρφιτσωμένα στον πίνακα ανακοινώσεων, το αρχαίο τείχος που συνεχίζεται από στοά σε στοά, η μυρωδιά απ’ το βερνίκι, η μπανανιά που έχασε τα φύλλα της από το φετινό χιόνι, σχηματίζουν έναν χώρο. Έναν εσωτερικό χώρο που τον νιώθουν τα χέρια και τον ακούν τα αυτιά, έναν χώρο μαγικό και πολύ-υπόστατο, πελώριο και άχρονο, μέσα στον οποίο είναι δυνατόν να σχετιστείς. Όλα συνδέονται.
Α, και κάτι άλλο που έμαθα από τον κύριο Γιώργο στο κυλικείο: οι στοές του κέντρου της Αθήνας, συνδέονται όλες: βγαίνοντας από μια στοά βρίσκεσαι πάντα μπροστά στην είσοδο μιας άλλης.









































