SISIFOS
Η ΤΕΧΝΗ ΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ
ΕΠΙΤΟΠΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ
ΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΗ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΩΡΟ
ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΩΝ ΠΕΔΙΩΝ

Μαρία Καραθάνου
Ο εικαστικός λόγος στο δημόσιο χώρο
‘’Ο χώρος μέσα στον οποίο ζούμε δεν είναι ούτε συνεχής ούτε άπειρος ούτε ομογενής ούτε ισότροπος. Ξέρουμε, όμως, πού ακριβώς σπάει, πού κάμπτεται, πού διαλύεται και πού ανασυντίθεται; Έχεις μια συγκεχυμένη αίσθηση ότι κάπου υπάρχουν ρωγμές, χάσματα, σημεία τριβής, ή, πάλι, μια αμυδρή εντύπωση ότι το πράγμα κάπου μαγκώνει… κάπου εκρήγνυται… κάπου προσκρούει. Σπανίως ερμηνεύουμε προς αυτή την κατεύθυνση. Πολύ πιο συχνά περνάμε απ’ το ένα μέρος στο άλλο, απ’ τον ένα χώρο στον άλλον, χωρίς να σκεφτούμε να μετρήσουμε, να υπολογίσουμε όλα τα κλάσματα του χώρου. Το πρόβλημα δεν είναι να επινοήσουμε το χώρο, πόσο μάλλον να τον επαν-επινοήσουμε [… ]αλλά να τον ανακρίνουμε ή, ακόμα πιο απλά, να τον διαβάσουμε. Γιατί αυτό που αποκαλούμε καθημερινότητα δεν είναι πρόδηλο, μα αδιαφανές: μια μορφή τυφλότητας, ένας τρόπος αναισθησίας”...(1)
Ο δημόσιος χώρος αποτελεί μια ετεροτοπία, ως προς τη δημιουργία ενός πλέγματος διαφορετικών συνδέσεων και προσλαμβάνουσας της πραγματικότητας. Η ιστορική μνήμη, η αρχιτεκτονική, τα πολεοδομικά στοιχεία αλλά και ο κοινωνικός χώρος – πλαίσιο και συνθήκη του παρόντος χρόνου συνθέτουν ένα κράμα διαφορετικών τάσεων ως προς τη χρήση, κατανόηση και διαχείριση του. Η σχέση χώρου – κατοίκων και χώρου – πολιτείας έχει αποτελέσει πεδίο προβληματισμού ανά τους αιώνες.
Στο πέρασμα του χρόνου η έννοια του δημόσιου, αστικού χώρου δεν είχε πάντα την ίδια σημασία. Υπήρχαν σοβαροί κοινωνικοί διαχωρισμοί που εμπόδιζαν τις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις να βιώσουν το δημόσιο χώρο ομοίως ή ταυτόχρονα με τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Ιστορικά τεκμήρια σε σχέση με τις δουλοκτητικές, αρχαϊκές κοινωνίες, το μεσαιωνικό κόσμο, την αναγέννηση αλλά και στα νεότερα χρόνια του σύγχρονου κόσμου, μας οδηγούν στη σκέψη ότι θεωρητικά όλοι μπορούσαν και μπορούν να απολαμβάνουν το δημόσιο χώρο. Πρακτικά και ουσιαστικά όμως αυτό. ποτέ δεν αποτέλεσε αγαθό για το σύνολο της κοινωνίας. Από τις αγορές των αρχαίων πόλεων, το δημόσιο χώρο ζυμώσεων και συζητήσεων περάσαμε στις εσώκλειστες τυπολογίες του μεσαίωνα, στην ανάγκη να υπάρχει προστατευμένος χώρος.
‘’Το μη κατοικήσιμο: θάλασσες-βόθροι, ακτές με συρματοπλέγματα, χερσότοποι, μαζικοί τάφοι, στοιβαγμένα ψοφίμια , βουρκονέρια, πόλεις που ζέχνουν Το μη κατοικήσιμο: η αρχιτεκτονική της απαξίωσης και της επίδειξης, η ματαιόδοξη μετριότητα των πύργων και των ουρανοξυστών, χιλιάδες κλουβιά σωριασμένα το ‘να πάνω στ’ άλλο, η αγελαία αλαζονεία των πολυτελών συγκροτημάτων Το μη κατοικήσιμο: το στενεμένο, το πνιχτό, το μίζερο, το μαζεμένο, το μικρό, το ίσα – ίσα Το μη κατοικήσιμο: το περίφρακτο, το απαγορευμένο, το εγκλωβισμένο, το αμπαρωμένο, οι φράχτες με γυαλιά από σπασμένα μπουκάλια, τα «ματάκια», οι θωρακισμένες πόρτες.’’ (1)
Η Αναγέννηση έθεσε νέα δεδομένα, αφού ο κλειστός χώρος μετατράπηκε σε ανοικτό, με την απόλυτη γεωμετρία και αρμονία. Ο δημόσιος χώρος πλέον τοποθετήθηκε στο κέντρο του δημόσιου βίου και μελετήθηκε ως πεδίο διαμόρφωσης ιδανικών θεωρητικών προτύπων βασισμένων σε εκλεπτυσμένες και φαινομενικά όμορφες διακοσμητικές προσδοκίες και αναφορές. Ο δημόσιος χώρος κατά μια έννοια, «σκηνοθετήθηκε» και σκηνογραφήθηκε έτσι ώστε η έννοια του «ωραίου» να είναι αποτέλεσμα των ορθολογικών κανόνων της προοπτικής που ήταν η μεγαλύτερη μαθηματική και αισθητική ανακάλυψη της Αναγέννησης.
Η αποφασιστική όμως νίκη της πόλης πάνω στην ύπαιθρο, ήρθε μερικούς αιώνες αργότερα.
«Ο Μαρξ θεωρεί σαν μια από τις μεγαλύτερες επαναστατικές αρετές της αστικής τάξης, το γεγονός ότι ‘υπέταξε την ύπαιθρο στην πόλη’ της οποίας το περιβάλλον χειραφετεί. Αν όμως η ιστορία της πόλης είναι ιστορία της ελευθερίας, είναι επίσης και ιστορία της τυραννίας, της κρατικής διοίκησης, που ελέγχει τόσο την ύπαιθρο όσο και την ίδια την πόλη. Η πόλη κατάφερε να είναι μέχρι τώρα στο πεδίο διεκδίκησης της ιστορικής ελευθερίας, όχι όμως και η κατάκτησή της. Η πόλη είναι ο χώρος της ιστορίας, γιατί είναι συγκέντρωση της κοινωνικής δύναμης, που καθιστά δυνατό το ιστορικό εγχείρημα, και ταυτόχρονα συνείδηση του παρελθόντος. Η σημερινή τάση διάλυσης της πόλης, δεν κάνει τίποτα άλλο, λοιπόν, από το να εκφράζει, με έναν άλλο τρόπο, την καθυστέρηση της υποταγής της οικονομίας στην ιστορική συνείδηση και της ενοποίησης της κοινωνίας που θα ανακτήσει τις δυνάμεις που αποσπάστηκαν από αυτή» (2)
Τις δεκαετίες μετά το Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο οι αλλαγές στην κοινωνία και στην τέχνη είναι γρήγορες. Παρουσιάζεται η ανάγκη τα έργα όχι μόνο να εκθέτονται δημόσια αλλά και να δημιουργούνται δημόσια με παρέμβαση σε συγκεκριμένο τόπο (τοποειδικότητα / site specificity). Το έργο τέχνης δεν εντάσσεται απλά στο χώρο, παρεμβαίνει και επιχειρεί να τον βελτιώσει με την παρουσία του αλλά και να επανορθώσει τη σχέση και την επικοινωνία με τον κοινωνικό ιστό.
Η δημόσια ορατότητα του έργου τέχνης, δημιουργεί μία αναπόφευκτη κοινωνική αλληλεπίδραση. Η τέχνη ζητάει από την “πόλη’’ να την συναντήσει και η κοινωνία ζητάει από την τέχνη να εμφανιστεί, αναγνωρίζοντας ότι το αισθητικό γεγονός είναι απαραίτητο να “κυκλοφορεί” δημόσια, ακόμη κι όταν οι άνθρωποι προτιμούν ή αναγκάζονται να κατοικούν στην ιδιωτικότητά τους. Η φυσική παρουσία του έργου τέχνης στο δημόσιο χώρο, στο χώρο δημόσιου χαρακτήρα ή με ένα τρόπο στον όποιο χώρο “έξω” από τον οικιακό, αποτελεί ένα μέσο κατ ́ αρχάς διαλόγου και ενεργοποίησης της συνείδησης. Η έννοια του όρου Δημόσια Τέχνη περιλαμβάνει τη γλυπτική, την παραστατική τέχνη (performance), τον ακτιβισμό, την παρέμβαση στο χώρο και ένα εύρος καλλιτεχνικών πρακτικών που είναι δύσκολο να κατηγοριοποιηθούν, έχουν όμως ως κοινό χαρακτηριστικό, πέρα από αυτά καθαυτά σαν αισθητικό γεγονός, την ύπαρξή τους εντός της Δημόσια Σφαίρας, αλλά και την ύπαρξη τους για αυτή. Η Τέχνη δεν είναι Δημόσια επειδή συμβαίνει στο Δημόσιο Χώρο, αλλά επειδή συμβάλλει στην ενεργοποίηση ή στην κατασκευή Δημόσιας Σφαίρας. Η κατασκευή της δημόσιας σφαίρας έχει διαφορετική έννοια από την παρέμβαση στο Δημόσιο Χώρο. Η παρέμβαση εννοείται ως μία πράξη σχεδιασμού ή εναπόθεσης αντικειμένου στο Δημόσιο Χώρο, ενώ η κατασκευή δημόσιας σφαίρας προϋποθέτει την εγκατάσταση επικοινωνιακών μηχανισμών που δημιουργούν συνθήκες δημόσιου λόγου ή δράσης. Η Δημόσια Τέχνη, υπ’ αυτή την έννοια, δημιουργεί πλαίσια όπου διαμορφώνονται πολιτικές ταυτότητες. Η Δημόσια Σφαίρα που εγκαθιστά η Δημόσια Τέχνη είναι η πολιτική Δημόσια Σφαίρα (3). Η Δημόσια Σφαίρα συζητείται και αναδύεται σε διαφορετικούς και υβριδικούς χώρους, πολλαπλών χρήσεων, ετερόκλητης πολεοδομικής δομής. ιστορικής αρχιτεκτονικής και γεωγραφικής ποιότητας όπου συγκρούονται διαφορετικές λειτουργίες, επιθυμίες και προγράμματα.
Η δημόσια τέχνη συχνά υπόσχεται μια δέσμευση όχι μόνο στη δημοκρατία ως μορφή διακυβέρνησης αλλά ως ένα γενικό πνεύμα ισότητας(4). Ο δημόσιος χώρος(5), είναι ένας χώρος που εμπίπτει πάνω του η έννοια της δημοκρατίας. Είναι μία θεμελιώδης δημοκρατική ιδέα, η οποία εμπεριέχει τις έννοιες της ισοπολιτείας, της ισονομίας και της κοινοκτημοσύνης και η ποιότητά του αντανακλά και την ποιότητα της δημοκρατίας. Συνεπώς, παρατηρείται ένας δεύτερος κοινός παράγοντας τέχνης και δημοσίου χώρου, πέραν του ανθρώπου, ο οποίος είναι η αξία της δημοκρατίας.
Το ζητούμενο για το έκθεμα δεν είναι μόνο η καλλιτεχνική του αρτιότητα, αλλά η αμφίδρομη επικοινωνία του με το καθημερινό του κοινό, τους περαστικούς, τους διαβάτες, τους πολίτες και τους επισκέπτες. Στοχεύει στη βελτίωση της αντίληψης, της ευαισθησίας καθώς και στην πνευματική υγεία μέσω των τεχνών. Την προβολή αξιών όπως του ανθρωπισμού, της αλληλεγγύης, του σεβασμού στην κοινωνία σε σχέση με ένα κοινό πρόβλημα. Την καλλιέργεια εδάφους για τη σύνδεση με την τέχνη του πληθυσμού, ανεξάρτητα από κοινωνικό, μορφωτικό ή όποιον άλλο διαχωρισμό. Η ανάδειξη της διαφορετικότητας, η καλλιέργεια της κοινωνικής συνείδησης και η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής μακριά από τα στερεότυπα της οικονομικής κρίσης, υγειονομικής ή πολιτικής κρίσης. Ο επαναπροσδιορισμός ως προς τη χρήση των δημόσιων ελεύθερων κοινωνικών χώρων και η αποκατάσταση της κοινωνικής ευημερίας. Ως κοινωνική ευημερία μπορούμε να ορίσουμε την ψυχική και σωματική υγεία, την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, αλλά και τη συμμετοχή στα κοινά χωρίς κοινωνικούς και οικονομικούς αποκλεισμούς.
Ο ρόλος της τέχνης στο συγκεκριμένο κομμάτι, εμπλέκεται με έμμεσο τρόπο, καθώς ενδυναμώνει τις σχέσεις μιας κοινότητας και δημιουργεί την αίσθηση του «ανήκειν» σε κομμάτια του πληθυσμού. Είναι ροή, επικοινωνία, διασταύρωση τόπων. Η παρέμβαση δεν ταυτίζεται μόνο με τα φυσικά χαρακτηριστικά του τόπου, αλλά με το σύνολο των διαδικασιών, θεσμών και ροών πληροφορίας που συσχετίζουν οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα. Πρόκειται για μια αφορμή για τον περαστικό να αρχίσει πάλι να παρατηρεί, να βλέπει, να ζει και να αισθάνεται με διαφορετικό τρόπο την καθημερινότητά του.
Η επικοινωνιακή δράση είναι (6) μία μορφή πολιτικής δράσης στη Δημόσια Σφαίρα. Σε αντίθεση με τη στρατηγική ή την εργαλειακή δράση, εκκινεί από την ιδέα μίας σταθερής ταυτότητας του υποκειμένου, που με τη λογική συνομιλία (και μόνο) μπορεί να θέσει σε παρένθεση τις κοινωνικές διαφορές, τις προσωπικές φιλοδοξίες, και να δημιουργήσει προϋποθέσεις συλλογικής ταύτισης. Η Δημόσια Σφαίρα ταυτίζεται με τη «μετάβαση στο Δημόσιο» ή με το «να κάνεις κάτι Δημόσια», που γεμίζει συγκεκριμένα σημεία και θέσεις με Δημόσια ζωή. Γι’ αυτό μπορεί να προκύψει σε ιδιωτικούς, εμπορικούς ακόμα και κινητούς χώρους.
Η ηγεμονία των υπο-συστημάτων της πολιτικής και της οικονομίας και η επικυριαρχία των «διάμεσων» της εξουσίας και του χρήματος πάνω στους διαύλους της μαζικής επικοινωνίας απειλούν να διαβρώσουν την πολιτισμική εν γένει και την επικοινωνιακή ειδικότερα αναπαραγωγή των σύγχρονων κοινωνιών. Το διαβρωτικό αυτό φαινόμενο καταγράφεται ως «αποικιοποίηση του κόσμου της βιωμένης επικοινωνίας».(7) Ο βιόκοσμος συνιστά τον «ορίζοντα» της συνεννόησης, το «πολιτιστικό απόθεμα γνώσης», όπου ως γνώση αναφέρεται το πλαίσιο των μη προβληματοποιημένων πεποιθήσεων, κοσμοθεωριών, παραδόσεων κ.λ.π., πάνω στο οποίο στηρίζεται η επικοινωνιακή αλληλόδραση και εντός του οποίου καθίσταται δυνατή η απομείωση του κινδύνου γενικευμένης διαφωνίας και αποδιάρθρωσης. (8)
Στις παροδικές και αποσπασματικές δημόσιες σφαίρες, που αυτές ενεργοποιούνται με την ύπαρξη εικαστικών περιβαλλόντων σε δημόσιας ορατότητας χώρους, αναδεικνύονται πρακτικές που παρεμβαίνουν περισσότερο στους τρόπους παρά στους τόπους συνομιλίας. “Η Δημόσια Τέχνη εγκαθιστά ένα διαλογικό πλαίσιο. Συνδέεται τόσο με την αισθητική της επικοινωνίας όσο και με ηθικά και φιλοσοφικά ζητήματα ταυτότητας του Άλλου .”(9)
Σε μια εποχή που οι γρήγοροι ρυθμοί, η αλόγιστη χρήση της τεχνολογίας και η απομόνωση υποβαθμίζουν καθημερινά το δημόσιο χώρο στην πόλη, το έργο τέχνης ως έκθεμα μέσα στον αστικό ιστό είναι μια αφορμή για δημιουργία εικαστικής εμπειρίας – βιωματικής σχέσης με το κοινό προωθώντας τη διαδικασία σκέψης και τη λήψη αποφάσεων σε σχέση με το συλλογικό ή ατομικό πρόβλημα.
Δεν ενδιαφέρουν οι μορφές ή οι χώροι, αλλά οι διακυμάνσεις της εμπειρίας και της γνώσης γύρω από δίκτυα, ροές, που επιτρέπουν ή διακόπτουν την πρόσβαση, ισχυροποιούν ή συσκοτίζουν την παρουσία θεατών ή δρώντων προσώπων. (3)
Η τέχνη δεν καθίσταται πολιτική λόγω των μηνυμάτων και των συναισθημάτων τα οποία μεταδίδει για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, ούτε εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο αναπαριστά τις κοινωνικές δομές, τις συγκρούσεις ή τις ταυτότητες. Είναι Πολιτική λόγω της ίδιας της απόστασης που παίρνει σε σχέση με τις λειτουργίες αυτές και εφόσον οι δικές της πρακτικές δημιουργούν μορφές ορατότητας και παρουσίασης που αναδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο πρακτικές, τρόποι ύπαρξης και τρόποι συναίσθησης και ομιλίας διαπλέκονται σε μια κοινή αίσθηση. Η τέχνη μπορεί να οριστεί ως Πολιτική με την έννοια ότι υπάρχει στον χώρο που οι κοινωνικές συνθήκες προσπαθούν να διακόψουν την ύπαρξη της δημόσιας σφαίρας. Η παρέμβαση αυτή και η αναπόφευκτη σύγκρουση που προσφέρει η αισθητική δραστηριότητα θα μπορούσε εν δυνάμει να αυτοχαρακτηριστεί πολιτική. Η αναδιαμόρφωση των σχέσεων ανάμεσα σε χώρους και χρόνους, σε υποκείμενα και αντικείμενα, στο κοινό και το άτομο, καθώς και οι διχογνωμίες αποτελούν ενίσχυση της ταυτότητας, της γνώσης, και του κοινωνικού προσδιορισμού κάθε τόπου και των ανθρώπων που τον “συγκατοικούν “.
[Ο διάλογος είναι το αντίθετο του θεάματος] (2)
1. Georges Perec/ Espèces d’espaces.
2. Ντεμπόρ Γκυ/La societe du spectacle
3. Massey/ 2005.
4. Rosalyn Deutsche/ Art and Public Space: Questions of Democracy. 1992.
5. Claude Lefort/ Democracy and Political Theory. 1988.
6. Habermas [1989(1962)]
7. Habermas, J. (1989) The Structural Transformation of the Public Sphere: An Inquiry into a Category of Bourgeois Society
8. Habermas 1981/1986
9. Π. Κούρος/ 2008.
Στέλλα Παπακωνσταντίνου
Περίπατος και Παρατήρηση: H εξέλιξη ενός flâneur
«Είμαι ταξιδιώτης της πόλης […] και βρίσκομαι πάντοτε στους δρόμους […] κυριολεκτικά μιλώντας, πάντα περιπλανιέμαι εδώ και εκεί, με αφετηρία το σπίτι μου στο Covent Garden του Λονδίνου και βλέπω πολλά μικρά πράγματα και ορισμένα σπουδαία πράγματα […] δεν υπάρχει μεγαλύτερος πλάνης από μένα, είναι μια παρόρμηση τόσο φυσική και τόσο ακατανίκητη […]»[1]. Αυτά έγραφε ο Charles Dickens στον πρόλογο της Εισαγωγής με τα περιπατητικά κείμενα του Uncommercial Traveller[2]. Ένας flâneur, ένας πλάνης με οξυδέρκεια, κοφτερό μυαλό, ένας αντισυμβατικός ταξιδιώτης που δεν περιδιαβαίνει άσκοπα τους μεγάλους αστικούς δρόμους αλλά φροντίζει να παρατηρεί, να καταγράφει τo ψηφιδωτό της πόλης που τον περιβάλλει. Η αστική εμπειρία γύρω του μετατρέπεται σε tableau vivants[3], σε ζωντανές εικόνες, μυρωδιές, αισθήσεις και μνήμες. Παράλληλα, η ποίηση του σύγχρονου του Dickens, Charles Baudelaire ουσιαστικά σκιαγράφησε την εικόνα του μυστηριώδους πλάνητα, για τον οποίο έγραφε ότι: «βρίσκεται μακριά από το σπίτι του, όμως νιώθει παντού σαν στο σπίτι του, να βλέπει τον κόσμο, να βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου και όμως να παραμένει κρυμμένος, ένας σύγχρονος καλλιτέχνης-ποιητής της αστικής μητρόπολης»[4]. Δανδής και εστέτ, ο flâneur του Baudelaire περιηγείται τους πολυσύχναστους δρόμους αλλά και τις πανέμορφες, κρυφές στοές του Παρισιού του 19ο αιώνα και «αφουγκράζεται τις καλειδοσκοπικές εκφάνσεις της ζωής μιας σύγχρονης πόλης»[5].
Η μέθοδος παρατήρησης ενός flâneur μοιάζει πολύ με την μέθοδο ενός εθνογράφου που με την ανθρωπολογική μέθοδο της επιτόπιας έρευνας και της συμμετοχικής παρατήρησης[6], είναι ταυτόχρονα μέλος αλλά και παρατηρητής της κοινωνίας που παρατηρεί. Σύμφωνα με τον Christopher Butler, ο πλάνης προσπαθεί να κάνει μια υπέρβαση στον χρόνο καθώς «για τον πλάνητα, η νεωτερικότητα της πόλης ορίζεται από την ασχολία της ενδελεχούς παρατήρησης, που κύριος στόχος της είναι να αντλήσει το αιώνιο από το παροδικό (l’éternel du transitoire) και να δει την ποίηση μέσα στην ιστορία (poétique dans l’histoire)»[7].
Στον 20ο αιώνα, ο Γερμανός φιλόσοφος και κριτικός λογοτεχνίας, Walter Benjamin γοητεύεται από τον χαρακτήρα του πλάνητα και αποφασίζει να ασχοληθεί μαζί του, στο εμβληματικό του βιβλίο για τις στοές του Παρισιού, με τίτλο The Arcades Project. Στην μεγάλη αυτή αλλά δυστυχώς ανολοκλήρωτη μελέτη, ο Benjamin χρησιμοποίησε την έννοια του flâneur ως σημείο εκκίνησης για μια εξερεύνηση των επιπτώσεων της σύγχρονης ζωής στην πόλη για την ανθρώπινη ψυχολογία[8]. Ο flâneur είναι η αρχετυπική φιγούρα του αστικού περιβάλλοντος. Πρόκειται όχι για έναν απλό θεατή αλλά για έναν ερευνητή της πόλης που γνωρίζει την ανθρωπογεωγραφία της, την τοπογραφία και άρα τα ανάγλυφά της κομμάτια.
Μια φιγούρα ενός gentleman που εγείρει ερωτήματα για την αλλαγή του αστικού τοπίου, του δημόσιου χώρου, της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής στα μεγάλα αστικά κέντρα στα οποία συρρέει κόσμος προς εύρεση εργασίας αλλά και άλλων αναγκών.
Στο The Arcades Project, ο Benjamin κάνει λόγο για δύο αλληλοσυμπληρωματικές έννοιες για να εξηγήσει την αντίδραση του ανθρώπου στη σύγχρονη ζωή της πόλης. ΤοErlebnis μπορεί να χαρακτηριστεί ως η «προκαλούμενη από σοκ αναισθησία που προκαλείται από τον συντριπτικό αισθητηριακό βομβαρδισμό της ζωής σε μια σύγχρονη πόλη, κάπως παρόμοια με την αλλοτριωμένη υποκειμενικότητα που βιώνει ένας εργαζόμενος δεσμευμένος στο καθεστώς εργασίας του. Το Erfahrung είναι μια πιο θετική έννοια και αναφέρεται στην «κινητικότητα και την περιπλάνηση», αλλά και την πλοήγησή του flâneur ανάμεσα στο σύγχρονο και το παλιό, το εσωτερικό και το εξωτερικό, το δημόσιο και το ιδιωτικό και ορισμένες φορές, το πραγματικό και το φαντασιακό. Πρόκειται για την καθαρή και απόλυτη εμπειρία του πλούτου των αξιοθέατων, των ήχων και των μυρωδιών που έχει να προσφέρει η πόλη. Ο Benjamin ενδιαφερόταν για τη διαλεκτική σχέση μεταξύ αυτών των δύο εννοιών και ανέφερε την ποίηση του Baudelaire ως ένα επιτυχημένο μέσο για τη μετατροπή του erlebnis σε erfahrung»[9].
Η εγκατάσταση μεγάλης κλίμακας σε δημόσιο χώρο του Άγγελου Χριστοφιλόπουλου και της Μαρίας Καραθάνου επισκέπτεται την έννοια τουerfahrung που εκπηγάζει στην σύγχρονη Αθήνα από τις στοές και τις κρυφές γωνιές των δρόμων. Σαν σύγχρονοι εθνογράφοι που αναζητούν τις μικρο-ιστορίες, τις αφηγήσεις της Ιστορίας που δεν γράφτηκαν μόνο από νικητές αλλά και σαν σύγχρονοι flâneurs που διατηρούν το δικαίωμα της ονειροπόλησης σαν μέσο αντίστασης σε μια πόλη που αλλάζει συνεχώς, διαμορφώνουν το υλικό τους με στόχο την ανάδειξη της Τέχνης ως μέσο θεραπείας και ίασης. Η ίαση ίσως να βρίσκεται στην συνύπαρξη, καθώς η αίσθηση που έχει κανείς όταν επισκέπτεται το έργο SISIFOS είναι ακριβώς μια ιδιόμορφη και ανακουφιστική συνύπαρξη διαφορετικών ταυτοτήτων που συνθέτουν ένα όλον.
Η στοά Ανατολής και η κρυφή γωνιά της οδού Αισχύλου στο κέντρο της Αθήνας, παρόλο που δεν μοιάζουν αρχιτεκτονικά με τις στοές του Παρισιού του Baudelaire και του Benjamin, εντούτοις, διατηρούν τα ίδια χαρακτηριστικά: αποτελούν έναν χώρο «ανάμεσα». Πρόκειται για μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο. Κλειστές ή ανοιχτές από πάνω, οι στοές και οι κρυφές εσοχές που σίγουρα δεν είναι ορατές και εμφανείς από τον δρόμο, είναι αυτό που ο Richard Schechner θα αποκαλούσε liminal space και ο Arnold Van Gennep θα αποκαλούσε «κατώφλι». Είναι χώροι που συνδυάζουν μια ταυτότητα ανάμεσα στον χώρο και τον χρόνο αλλά υποδιαιρούν και τον χρόνο σε ενεστώτα και παρελθόντα. Δεν μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει αν είναι σε εξωτερικό χώρο ή σε εσωτερικό, αποτελούν μια απομονωμένη γωνιά -καταφύγιο του flâneur-παρατηρητή-εθνογράφου από τον πολυσύχναστο δρόμο. Η παρουσία των μαγαζιών και ιδιαιτέρως των παλιών τυπογραφείων στην στοά Ανατολής επιβεβαιώνει την συνύπαρξη μιας εμπορικής δραστηριότητας που γίνεται σχεδόν «κεκλεισμένων των θυρών». Στο The Arcades Project και «την εξερεύνηση των στοών του Παρισιού, ο Benjamin γράφει για εξωτερικούς χώρους που αντικατοπτρίζουν το εσωτερικό των κτιρίων και το αντίστροφο. Εξ ου και η πίστη του στη σημασία των στοών. Πίστευε ότι οι στοές συγκέντρωναν κάθε είδους καταναλωτικά αγαθά σε ένα περιβάλλον που κινούνταν ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό»[10]. Το εσωτερικό των στοών και των εσοχών των δρόμων όπου υπάρχει ένα παράλληλο σύμπαν, συνενώνει και συμπυκνώνει όλες τις εποχές και όλα τα ψηφιδωτά της πόλης που συνυπάρχουν.
Η εγκατάσταση με τις φωτογραφίες που αποτελούν σύγχρονο φωτογραφικό υλικό κυρίως από την πρόσφατη προσφυγική κρίση της Συρίας και όχι μόνο, συνυπάρχουν με τα παλιά τείχη της πόλης, τα εσωτερικά φυτά που κοσμούν τα μικρά μπαλκόνια με τα μωσαϊκά του 1950 αλλά και τα τυπογραφεία πάνω από τα οποία κρέμεται μια σειρά από ασπρόμαυρες φωτογραφίες λουομένων. Η νεότερη προσθήκη της συνύπαρξης των φωτογραφιών με τον περιβάλλοντα κρυφό χώρο δίνει την αίσθηση ότι υπήρχαν εκεί από πάντα. Με τον τρόπο αυτό, ο σύγχρονος ονειροπόλος περιπατητής, ο flâneur της πόλης, έχει την δυνατότητα να αντιληφθεί την συνύπαρξη της ποίησης με την πραγματικότητα και να βιώσει την πραγματική έννοια της λέξης «εξέλιξη», που απεκδύεται τα σημαινόμενα του αέναου, αγχωτικού και μάταιου βηματισμού προς τα μπρος και που ενσωματώνει την συνύπαρξη· και μέσω αυτής, την τελείωση της ευτυχίας. Στην κορυφή της εγκατάστασης, καθοδηγητής για τον σύγχρονο πλάνητα-εθνογράφο-παρατηρητή, μια αποτύπωση ενός σύγχρονου Σισύφου. Ενός μυθικού αλλά και πολύ πραγματικού Σισύφου που επειδή πρόκειται για αρχέτυπο, είναι πάντοτε παρών.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Benjamin, W., The Arcades Project, translated by Howard Eiland & Kevin McLaughlin, The Belknap Press of Harvard university Press, USA, 1999
Baudelaire, C., The Painter of Modern Life, translated by P. E. Charvet, Penguin Books, UK, 2010
Butler, C., Early Modernism: Literature, Music and Painting in Europe 1900 – 1916, Oxford University Press, UK, 1994
Eriksen, T. H., Μικροί Τόποι, Μεγάλα Ζητήματα: Μια εισαγωγή στην Κοινωνική & Πολιτισμική Ανθρωπολογία, μετάφραση Αθανάσιος Κατσίκερος, Εκδόσεις Κριτική Α.Ε., Αθήνα, 2007
Dickens, C., Νυχτερινοί Περίπατοι, μετάφραση Ιάσων Καραχάλιος-σημειώσεις Κατερίνα Σχινά, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα, 2017
Schechner, R., The Future of Ritual: Writings on Culture and Performance, Routledge, UK, 1995
Seal, B., “Baudelaire, Benjamin and the Birth of the Flâneur”, Psychogeographic Review: The Art of Psychogeography, αναρτήθηκε στις 14/11/2013 και ανακτήθηκε στις 09/03/2022 από τον ιστότοπο:
Van Gennep, A., Rites of Passage, translated by Monika B. Vizedom & Gabrielle L. Caffee, The University of Chicago Press, USA, 1960
[1] Dickens, C., Νυχτερινοί Περίπατοι, μετάφραση Ιάσων Καραχάλιος, Σημειώσεις Κατερίνα Σχινά, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα, 2017, σελ. 9
[2] Ο. π. σελ. 9
[3] Ο. π. σελ. 13
[4] Baudelaire, C., The Painter of Modern Life, μετάφραση P. E. Charvet, Penguin Books, UK, 2010, σελ. 17
[5] Seal, B., “Baudelaire, Benjamin and the Birth of the Flâneur”, Psychogeographic Review: The Art of Psychogeography, αναρτήθηκε στις 14/11/2013 και ανακτήθηκε στις 09/03/2022 από τον ιστότοπο:
[6] Eriksen, T. H., Μικροί Τόποι, Μεγάλα Ζητήματα: Μια εισαγωγή στην Κοινωνική & Πολιτισμική Ανθρωπολογία, μετάφραση Αθανάσιος Κατσίκερος, Εκδόσεις Κριτική Α.Ε., Αθήνα, 2007, σελ. 71-73
[7] Butler, C., Early Modernism: Literature, Music and Painting in Europe 1900 – 1916, Oxford University Press, UK, 1994,όπως αναφέρεται στο άρθρο του Bobby Seal ““Baudelaire, Benjamin and the Birth of the Flâneur”, Psychogeographic Review: The Art of Psychogeography, αναρτήθηκε στις 14/11/2013 και ανακτήθηκε στις 09/03/2022 από τον ιστότοπο:
[8] Seal, B., “Baudelaire, Benjamin and the Birth of the Flâneur”, Psychogeographic Review: The Art of Psychogeography, αναρτήθηκε στις 14/11/2013 και ανακτήθηκε στις 09/03/2022 από τον ιστότοπο:
[9] Ο.π.
[10] Seal, B., “Baudelaire, Benjamin and the Birth of the Flâneur”, Psychogeographic Review: The Art of Psychogeography, αναρτήθηκε στις 14/11/2013 και ανακτήθηκε στις 09/03/2022 από τον ιστότοπο: