SISIFOS

Η ΤΕΧΝΗ ΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ

ΕΠΙΤΟΠΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ
ΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΗ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΩΡΟ

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΩΝ ΠΕΔΙΩΝ

SISIFOS

[ Σημείο 1. Αισχύλου 36, 30.12.2021-5.02.2022 ]

Ο SISIFOS επιχειρεί να δημιουργήσει, σχέση παρατήρησης και συνείδησης ως προς τις έννοιες του τραύματος, της ασθένειας και της θεραπείας όσο και ως προς τη θέση της καλλιτεχνικής διαδικασίας και δράσης στο συγκεκριμένο χρονικό – ιστορικό πλαίσιο.

Η επιβολή συγκεκριμένου τρόπου ζωής και η προσαρμογή των συνθηκών διαβίωσης που δημιούργησε η υγειονομική κρίση λόγω της πανδημίας covid – 19, φέρνει στο πεδίο έρευνας την έννοια της ορατότητας και της βιωσιμότητας ως προς τον τρόπο που μπορούν να υπάρξουν και να αναπτυχθούν οι ιδέες, αλλά και ως προς τον τρόπο που αυτές μπορούν να βρουν το δρόμο τους προς τον κοινωνικό ιστό. Το έργο τέχνης δεν υπάρχει αν δεν εκτεθεί. Παρά τις όποιες διαφορετικές απόψεις για εναλλακτικούς τρόπους παρουσίασης, ο SISIFOS αποκτά φυσική παρουσία σε δύο κεντρικούς γεωγραφικούς τόπους στο κέντρο της Αθήνας. Ο πρώτος – σύμπλεγμα κτηρίων Αισχύλου 36 – είναι ο χώρος που φιλοξενεί μέρος της θεματικής. Προπορεύεται χρονικά και λαμβάνει εισαγωγικό χαρακτήρα στο συνολικό έργο. Ο δεύτερος χώρος – Στοά Ανατολής – προετοιμάζεται ταυτόχρονα και ολοκληρώνεται με χρονική απόσταση δημιουργώντας μια ορατή συνέχεια του οπτικού φυσικού συνόλου διαρθρωμένο και στους δύο φυσικούς χώρους.

Τα έργα αυτά χρησιμοποιούν πρωτογενή φωτογραφικά ντοκουμέντα, επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση της κλίμακας, της σύνθεσης, της χρωματικής και υφολογικής τους ποιότητας στους φυσικούς χώρους που τοποθετούνται δημιουργώντας μία νέα εικαστική σύνθεση – έργο. Το περιεχόμενο των φωτογραφικών εικόνων επαναπροσδιορίζεται λόγω της νέας του φόρμας και δομής ως προς τον τρόπο που αυτό παρουσιάζεται, αλλά και λόγω της οργανικής σύνθεσής του στο χώρο που αυτό τοποθετείται. Φωτογραφικό αντικείμενο – τόπος και εικαστική επέμβαση αποτελούν ένα ενιαίο συνολικό νέο έργο.

Το σύμπλεγμα κτηρίων στην Αισχύλου 36 είναι ένας τόπος απρόσμενα κρυφός και επιτηδευμένα ήσυχος και σιωπηλός. Ένα γεωγραφικό σημείο πολύ κοντά σε μια θορυβώδη πλατεία με πολύ κόσμο. Τα περισσότερα διαμερίσματα του χώρου είναι πλέον αποθήκες. Οι λιγοστοί κάτοικοι του κτηρίου παραμένουν στην ιδιωτικότητά τους. Η σχέση του χώρου με τον κοινωνικό ιστό που περιβάλλει την Αισχύλου 36 είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Το σίγουρο είναι πως η σχέση χώρου – τόπου – κοινωνίας δεν ήταν αυτή πάντα.

Η αρχιτεκτονική δομή του χώρου σε καλοδέχεται βάζοντάς σε έναν ημι – υπαίθριο χώρο. Η οπτική είναι μετωπική. Ο απόλυτος αρχιτεκτονικός ρυθμός – αρχιτεκτονική φόρμα δημιουργεί ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο διαδοχής ερμητικά κλειστών τζαμωτών με κατεβασμένα ρολά και τοιχοποιίας. Τα επιμέρους στοιχεία του χώρου – παράθυρα πόρτες κ.λπ. έχουν μία στιλιστική ομοιογένεια ως προς τη δομή και τη φόρμα τους δημιουργώντας έναν καλοσχεδιασμένο κάναβο. Όντας μέσα σε αυτό το χώρο δεν ακούς τίποτα. Σαν ένα μέρος της φυσιολογίας του ανθρώπινου σώματος – η ακοή – να μην είναι παρούσα.

Ο χώρος αυτός επιλέχτηκε και ορίστηκε ως εκθεσιακός για το συγκεκριμένο πρότζεκτ λόγω των παραπάνω ποιοτικών και μορφολογικών του χαρακτηριστικών σε πλήρη αντίστιξη και ρήξη με την Στοά Ανατολής – τον δεύτερο χώρο της δράσης παρά το κοντινό της μεταξύ τους γεωγραφικής απόστασης.

Στην μετωπική και μόνη οπτική τοποθετήθηκε μια μεγάλης κλίμακας εκτύπωση φωτογραφικού ντοκουμέντου. Το πρωτογενές φωτογραφικό τεκμήριο δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2020.

Η πρόθεση της εμπειρίας για τον θεατή ορίζεται με την κλίμακα, την χρωματική ποιότητα και την επέμβαση στην ίδια την εικόνα ντοκουμέντο.

Στο σύμπλεγμα κτηρίων στην οδό Αισχύλου έχει χρησιμοποιηθεί μία και μόνο φωτογραφία, έχοντας αναφορές σε μια μινιμαλιστική αντίληψη της γλυπτικής που έχει κόψει τις σχέσεις με τη διακοσμητική παράδοση. Τα εκφραστικά γλυπτικά μέσα υπάρχουν αλλά είναι σχεδόν «αόρατα» Η φωτιστική συνθήκη είναι daylight και συμβολική σημείωση φωτισμού τις βραδινές ώρες.

Η θεματική της εικόνας – Λέσβος – αποκτά μία επανασήμανση τόσο ως προς το γεωγραφικό της προσδιορισμό αλλά και ως προς τη θεματική με την έννοια του γεγονότος. Δεν έχει τόσο σημασία που τραβήχτηκε η εικόνα – ιστορικό ντοκουμέντο.
Σημασία έχει η διαχρονικότητα και η σημειολογία της.

Τα χαμογελαστά μικρά παιδιά βρεγμένα και ημίγυμνα μετά από μπάνιο στη θάλασσα. Η θερμοκρασία αγγίζει τους 40 βαθμούς. Το camp της Μόριας έχει καεί ολοσχερώς. Οι άνθρωποι περπατώντας για πολλά χιλιόμετρα φορτωμένοι με τα υπάρχοντά τους σταμάτησαν σε αυτό το παραλιακό σημείο. Σε μία άκρη ένα μικρό αγόρι με το κεφάλι σκυμμένο. Σχεδόν ανήμπορος και σιωπηλός. Μπροστά σε ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο. Το κτήριο της εικόνας θα μπορούσε να είναι το ισόγειο του χώρου. Από την μαύρη πόρτα της εικόνας σε λίγο θα εμφανιστεί ίσως, άλλο ένα παιδί. Ο ισόγειος χώρος συνδέεται και με τον δεύτερο όροφο συγγενούς κτηρίου ενεργοποιώντας την οπτική προς τα άνω. «Η αιώνια επιστροφή ενός πάντοτε ίδιου τρομακτικού παρόντος μοιάζει να είναι η νίκη μιας φρικαλέας φαντασμαγορίας»(1)

Η έννοια της ψευδαίσθησης του υπαρκτού και του ανύπαρκτου ως προς την υλική υπόσταση των πραγμάτων. Η σχέση των μεγεθών και η οπτική ενεργοποίηση του συνόλου ως μία ενότητα. Ένα έργο μεγάλης κλίμακας σχεδιασμένο για τον τόπο που αυτό υπάρχει. Η πρόθεση του καλέσματος σε ένα χώρο που είναι πια διάτρητος και ορατός σε πλήρη έκταση. Η ορατότητα είναι εφικτή και από τους περαστικούς πέρα από τους επισκέπτες της έκθεσης.

Τις δεκαετίες μετά το Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο οι αλλαγές στην τέχνη είναι γρήγορες. Παρουσιάζεται η ανάγκη τα έργα όχι μόνο να εκθέτονται δημόσια αλλά και να δημιουργούνται δημόσια με παρέμβαση σε συγκεκριμένο τόπο (site specificity). Το έργο τέχνης δεν εντάσσεται απλά στο χώρο, παρεμβαίνει και επιχειρεί να τον βελτιώσει με την παρουσία του. Ταυτόχρονα προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον κοινωνικό ιστό βελτιώνοντας την αποκομμένη σχέση τους.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη «ο σκοπός της τέχνης δεν είναι να αναπαραστήσει την εξωτερική εμφάνιση των πραγμάτων, αλλά την εσωτερική τους σημασία»

(1)Walter Benjamin/ Παρίσι πρωτεύουσα του 19ου αιώνα


SISIFOS

[ Σημείο 2. Στοά Ανατολής, Αριστείδου 10-12 ]

[ 22/02/2022 – 22/03/2022 ] extended till 02/04/2022

Ο SISIFOS μετά την εισαγωγική παρουσία του στο σύμπλεγμα κτιρίων της οδού Αισχύλου, ανέπτυξε το δραματουργικό και υφολογικό σκέλος, στον κεντρικό χώρο της δράσης, όπως αυτό ήταν σχεδιασμένο εξ αρχής να συμβεί. Η ιδέα αναπτύχθηκε και οργανώθηκε τόσο στο θεωρητικό, όσο και στο εικαστικό σκέλος με βάση τη Στοά Ανατολής –
επί της οδού Αριστείδου 10 – 12.

Η στοά Ανατολής αποτέλεσε  και φιλοξένησε τον κύριο πυρήνα της φυσικής παρουσίας της δράσης. Η πολυπλοκότητα της αρχιτεκτονικής δομής του χώρου, ο πολυεπίπεδος μορφολογικά χαρακτήρας, αλλά και η κοινωνική ταυτότητα αποτέλεσαν τα βασικά στοιχεία της ερευνητικής διαδικασίας, του σχεδιασμού του συνόλου και των επιμέρους εικαστικών συνθέσεων – εγκαταστάσεων που όλες μαζί αποτελούν το ενιαίο σπονδυλωτό αφήγημα στο συγκεκριμένο χώρο.

Η στοά έχει 2 εισόδους, που σε οδηγούν σε ένα αίθριο. Η μία είσοδος σου δίνει πρόσβαση στο υπόγειο όπου δεσπόζουν κυρίως τυπογραφεία και αποθηκευτικοί ή άγνωστης χρήσης χώροι. Πολλαπλά καταστήματα και βιτρίνες ή τζαμωτά υπάρχουν στο ισόγειο. Άλλα ενεργά και χρηστικά, άλλα υπό αλλαγή χρήσης και άλλα λειτουργούν μερικώς κάποιες ώρες της ημέρας ή κάποιες μέρες τις εβδομάδας. Οι χώροι επικοινωνούν μεταξύ τους με μία παράδοξη σχέση και ορατότητα. Από το υπόγειο έως την ταράτσα οι όροφοι συνδέονται με ανοικτής οπτικής κλιμακοστάσιο. Από το ισόγειο επίσης υπάρχει πρόσβαση στους 8 ορόφους της στοάς από ανελκυστήρα και από κλιμακοστάσιο. Η ορατότητα από σημείο σε σημείο της στοάς ποικίλει όπως και από όροφο σε όροφο. Η ωογεννής κοίλη φόρμα του αιθρίου, η δυνατότητα θέασης του ουρανού, το φυσικό φως, και τα πολλαπλά χωροταξικά επίπεδα αποτέλεσαν κύρια στοιχεία για την επιλογή της συγκεκριμένης στοάς για το εγχείρημα. 

Η εξωτερική όψη του κτιρίου δεν αποκαλύπτει καμία πληροφορία για το εσωτερικό πολυσυλλεκτικό και απρόσμενο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα. Ο εσωτερικός μικρόκοσμος, είναι ένα είδος κυψέλης. Με πολλά επιμέρους στοιχεία, σημάδια χρόνου, αισθητικούς νεοτερισμούς, προσωπική αισθητική ταυτότητα διαφορετική σε κάθε σημείο. Πρόκειται για μια κατά βάση, εμπορική στοά. Με εργαζόμενους, επισκέπτες, πελάτες και περαστικούς. Η κινητικότητα δεν είναι ίδια κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας. Οι χρήσεις των ενεργών χώρων ποικίλουν δημιουργώντας ένα κράμα από πολλαπλές αισθητικές, ήχους και συνθήκες καθημερινής λειτουργίας. Οι κάτοικοι και η καθημερινή κινητικότητα της στοάς επανασυνθέτουν διαρκώς το χώρο, συνεπώς και το ίδιο το έργο. Είναι αυτοί που το «συγκατοικούν». Οι δράσεις τους, οι συνήθειές τους, τα ανθρωποκεντρικά αποτυπώματα και τα ίχνη ζωής επαναπροσδιορίζουν την εικαστική σύνθεση συνεχώς, με διαφορετικό τρόπο και στοιχεία καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας, αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της φυσικής παρουσίας της έκθεσης στο χώρο αυτό. Οι εικαστικές επεμβάσεις επιχείρησαν να συμπεριλάβουν αυτές τις «δράσεις» της εντόπιας κοινωνίας ως μέρος της γενικότερης σύνθεσης. Ο ήχος των τυπογραφείων, η μυρωδιές από τα χρώματα, τα κλεισμένα με χασαπόχαρτο παράθυρα και βιτρίνες αξιοποιήθηκαν σαν ένας καμβάς που μέσα του περικλείονται οι εικαστικές συνθέσεις. Η έκθεση ήταν προσβάσιμη σε ώρες μεγάλης εργασιακής κινητικότητας όπου θεατές και εργαζόμενοι κυκλοφορούσαν στους ίδιους χώρους, αλλά και σε ώρες απόλυτης κενής συνθήκης με κλειστά καταστήματα, και άδειους από κόσμο χώρους.

Οι επεμβάσεις, είχαν συμβολική σημείωση τεχνητού φωτισμού τις βραδινές ώρες και φυσικό φωτισμό ανάλογα με το σημείο και την ώρα της ημέρας ή τις καιρικές συνθήκες. Η ώρα και η ημέρα καθόριζε το είδος, και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της εμπειρίας. Το ηχοτοπίο που δημιουργήθηκε για τις ανάγκες του καλλιτεχνικού εγχειρήματος, ακουγόταν σε όλους τους χώρους τις στοάς, αξιοποιώντας το φυσικό ηχείο που δημιουργούσε η αρχιτεκτονική δομή του χώρου και συνυπήρχε με τη βουή της πόλης και των μηχανημάτων στις ώρες αιχμής. Όταν η στοά άδειαζε από τον ήχο της πόλης, ήταν ο μόνος κυρίαρχος ήχος.

14 σημεία της στοάς ενεργοποιήθηκαν με εικαστικό τρόπο δημιουργώντας μία μεγάλης κλίμακας εγκατάσταση που συνδέει όλο το οικοδόμημα και επαναπροσδιορίζει τη σχέση του ορατού – μη ορατού, την σχέση των ορίων της αρχής, του τέλους ή όποιας σειράς. Τα σημεία αυτά, διαδέχτηκαν το ένα το άλλο χωρίς διακριτά όρια. Η σειρά ήταν καθορισμένη αλλά η θέαση ήταν η προσωπική περιπατητική διαδρομή του παρευρισκόμενου στη στοά. Οι διαδρομές που μπορούσε κάποιος να διανύσει ήταν πολλαπλές, όπως και ο τρόπος θέασης των έργων. Τα έργα όρισαν μία διάσταση που ήταν η φυσική τους υπόσταση, η πραγματική των καθορισμένων διαστάσεων ύλη τους. Η  ύπαρξή τους σε συγκεκριμένους «τόπους» – σημεία –  και με συγκεκριμένους τρόπους, μετέτρεψε τη διάστασή αυτή σε μεταβλητή, με την έννοια του επαναπροσδιορισμού του χώρου όπου, όταν παρεμβάλλεται ένα νέο τμήμα, δημιουργεί ένα νέο «όλον», δηλαδή ένα νέο σύμπαν. Οι διαστάσεις πλέον είναι ρευστές, χωρίς καθορισμένο όριο και αφορούν το πλαίσιο της οπτικής κάθε υποκειμένου, στην συγκεκριμένη περίπτωση του κάθε παρευρισκόμενου επισκέπτη – θεατή στους χώρους της στοάς. Αξιοποιούν την έννοια του απρόσμενου, της προσωπικής αίσθησης και εμπειρίας, και της δυναμικής που αναπτύσσεται ανάμεσα στο έκθεμα και το θεατή χρησιμοποιώντας την έννοια της «μεγάλης εικόνας». Ως προς τη θεματική ο SISIFOS, σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε με βάση καίρια υπαρξιακά και φιλοσοφικά ερωτήματα, που πηγάζουν από τον ανθρώπινο ψυχισμό, τις φιλοσοφικές αναζητήσεις ως προς την εξέλιξη και το παράλογο, την κοινωνικοπολιτική συνθήκη, την τοποειδικότητα και την τοποχρονικότητα. Με άξονες τα παραπάνω, δημιουργήθηκε μία αισθητική ανάγνωση, και μία ροή οπτικών ερεθισμάτων στο σύνολο της στοάς,  που χαρακτηρίζεται από πυκνά σημεία τα οποία διαδέχονται λιγότερο πυκνές ή σιωπηλές σε πληροφορία περιοχές.

Η δραματουργική αφήγηση, ακολούθησε  μία «κυκλική»  συνδεόμενη σχέση όπου κάθε σημείο αφορά μία θεματική, αποτελούμενη από μία φωτογραφική εικόνα ή πολλαπλές, σε άμεση συνάρτηση με την επόμενη ή την προηγούμενη. Τα σημεία είχαν 2 βασικές οπτικές. Την προφανή και την μη προβλέψιμη η οποία συνήθως αποκαλυπτόταν μετά από κάποια [Χ] χρονική στιγμή παραμονής και περιπλάνησης του θεατή στο χώρο. Τα σημεία δεν ήταν αριθμημένα, δεν υπήρχε χάρτης, ούτε κάποια οδηγία καθοδήγησης ως προς τη διαδρομή. Ο χρόνος παραμονής και παρατήρησης του θεατή στη στοά αποτέλεσε, βασικό στοιχείο ως προς την συνολική ή μερική αποκωδικοποίηση των οπτικών και ακουστικών ερεθισμάτων αλλά και του συνόλου και ήταν καθοριστικός για την πρόσληψη της εμπειρίας.

Το σύνολο των επεμβάσεων χρησιμοποιεί τη φωτογραφία και τα εικαστικά με την έννοια της ελεύθερης ανοιχτής φόρμας και σύνθεσης.  Χρησιμοποιεί πειραματικούς τρόπους και τεχνικές ως προς την υλοποίηση και την χρήση των υλικών δημιουργώντας ένα ενιαίο έργο όπου φωτογραφικό υλικό και εικαστική επέμβαση δεν έχουν διακριτά όρια. Το κύριο εκφραστικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε για την υλοποίηση των εγκαταστάσεων είναι τα πρωτογεννή φωτογραφικά ντοκουμέντα, τα οποία δημιουργήθηκαν για την συγκεκριμένη δράση καθώς και αρχειακό πρωτογγενές υλικό των προηγούμενων ετών, που αποτέλεσαν την αφορμή και την απαρχή της ιδέας για το συγκεκριμένο πρότζεκτ.

Οι φωτογραφικές εικόνες που επιλέχτηκαν, δημιούργησαν ένα ενιαίο αφήγημα, μία αλληγορική ιστορία του πραγματικού σύγχρονου κόσμου. Ιστορικά φωτογραφικά τεκμήρια δίνουν το κοινωνικό, πολιτικό και ανθρωπολογικό στίγμα της εποχής απαλλαγμένα από πρότυπα αναπαράστασης, χρονολογικούς και αισθητικούς συμβιβασμούς. Η σχέση των ανθρώπων, η σχέση με το φυσικό περιβάλλον, ο φόβος, η τόλμη, και η χαρά υπάρχουν στις εικόνες αυτές. Τα νοήματα αυτά, αποκτούν μία οικουμενική και άχρονη ταυτότητα που σε σχέση με το χώρο που τις περιβάλει δημιουργούν νέες συνδέσεις και συνειρμούς. Επιχειρούν να απαντήσουν σε ερωτήματα και να θέσουν την έννοια της σύνδεσης της ιστορικής πραγματικότητας, του συναισθήματος και της λογικής.


Η σύνθεση των εικόνων – εγκαταστάσεων μεγάλης κλίμακας, και ο τρόπος ύπαρξής στους στον φυσικό καμβά της στοάς αποτέλεσε το κύριο ερευνητικό μέρος ως προς τη χρήση των εκφραστικών μέσων. Οι εγκαταστάσεις επιχείρησαν να ακολουθήσουν την αρχιτεκτονική δομή χωρίς να υπάρξουν επιπλέον προσθήκες τοιχοποιίας, ή όποιας άλλης επέμβασης που επεμβαίνει ριζικά στο ήδη υπάρχον αρχιτεκτονικό τοπίο ή δομική φόρμα του χώρου. Ακολούθησαν την κλίμακα, την χρωματική και τονική συνθήκη του φυσικού σημείου και συνδεθήκαν σε αυτούς με τρόπο ενωτικό και ήπιο. Οι εξάρσεις και οι υφέσεις της γενικής σύνθεσης αφορούν κυρίως την κλίμακα, την ορατότητα, μερική ή ολική ανάλογα με το σημείο, καθώς και το θεματικό πλαίσιο κάθε εικόνας. Ο ρυθμός του συνόλου προέρχεται από στοιχεία χειρονομίας κατά τη διάρκεια της επιτέλεσης των έργων στο χώρο – site specific installation. Οι οπτικές ψευδαισθήσεις που προκαλούνται σκόπιμα διαλύουν και επανασυνθέτουν της λειτουργίες των εικόνων, την κλίμακα και τη σημειολογία. Δεν ανήκουν οριστικά ούτε εδώ, ούτε εκεί. Ανήκουν σε ένα σύνολο που συστέλλεται και διαστέλλεται χωρίς να ακολουθεί ένα προδιαγεγραμμένο τρόπο.